Skip to main content

Ο «Αγαμέμνων» του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία του Γερμανού Ulrich Rasche πραγματοποίησε παγκόσμια πρεμιέρα στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, στο πλαίσιο της συνεργασίας του Residenztheater του Μονάχου με το Ελληνικό Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου. Ο Αγαμέμνων αποτελεί το πρώτο μέρος της Ορέστειας, της μοναδικής τριλογίας που διασώθηκε με ενότητα θέματος. Ακολουθούν οι Χοηφόρες και οι Ευμενίδες. Δέκα χρόνια μετά τον Τρωικό Πόλεμο, ο Αγαμέμνων επιστρέφει στην πατρίδα του έχοντας μαζί του ως λάφυρο πολέμου την Κασσάνδρα. Στις Μυκήνες, η Κλυταιμνήστρα μετατρέπει την επάνοδο του ενδόξου νικητή και πορθητή της Τροίας σε παγίδα θανάτου μαζί με τον Αίγισθο, παίρνοντας εκδίκηση για τη θυσία της Ιφιγένειας και για την παρουσία της Κασσάνδρας στο παλάτι ως ερωμένης του συζύγου της.

Ο 53χρονος, δυναμικός σκηνοθέτης, Ulrich Rasche, λάτρης της μουσικής και χορού έχει δημιουργήσει έναν καθαρά προσωπικό σκηνικό τρόπο έκφρασης. Έναν ιδιαίτερα περίπλοκο κώδικα με τον οποίον διεισδύει στα κείμενα για να διαμορφώσει ένα επιβλητικό τελετουργικό σύμπαν. Σε αυτό το σύμπαν η μουσική κυριαρχεί και παίζει έναν ζωτικό ρόλο μεταξύ γλώσσας και σώματος δημιουργώντας τον ρυθμό και καθορίζοντας την κίνηση. Με αυτό το πνεύμα έχει σκηνοθετήσει πολλές τραγωδίες : Αντιγόνη, Επτά επί Θήβας, Βάκχες, Πέρσες, Ηλέκτρα, Οιδίποδας. Αυτή τη φορά η παράσταση του “Αγαμέμνονα” του δίνει την χρυσή ευκαιρία να “αναπνεύσει” η σκηνοθετική του δημιουργία στον φυσικό της χώρο: στην ορχήστρα του Αργολικού Θεάτρου.

Ο Rasche διάβασε την τραγωδία δίνοντάς της σύγχρονες προεκτάσεις, σαν μια αέναη περιδίνηση αίματος, μια ατέρμονη αιμάτινη μέγγενη στα γρανάζια της οποίας  συνθλίβονται ηττημένοι και νικητές. Ο θριαμβευτής Αγαμέμνων επιστρέφει καταρρακωμένος, ένας ψυχικά ηττημένος, ο οποίος οδηγεί στην πατρώα γη όχι τον τροπαιούχο στρατό αλλά κουβαλά τις τεφροδόχους των πολεμιστών που έχασαν τη ζωή τους στα ξένα, υπηρετώντας τα μεγαλόπνοα επεκτατικά σχέδια του Βασιλιά- Ηγέτη σε έναν πολυετή και ανελέητο  πόλεμο.

Αυτή την σκηνοθετική ανάγνωση της τραγωδίας , σε μετάφραση και διασκευή του φιλολόγου Walter Jens,  υπηρετεί το σκηνικό της παράστασης σχεδιασμένο από τον ίδιον τον Rasche και υποστηρίζει η καθοριστική σχέση μουσικής, γλώσσας και κίνησης, τρία συγκοινωνούντα  δοχεία έκφρασης που δίνουν τον ρυθμό και την ένταση στην παράσταση.

Ο Ulrich Rasche έστησε ένα βαρύ σκηνικό . Ένας μηχανοκίνητος  περιστρεφόμενος  δίσκος καλύπτει  όλη την επιφάνεια της ορχήστρας του αρχαίου θεάτρου  πάνω  στον οποίο τοποθέτησε μια μακρόστενη πλατφόρμα, η οποία χωρίζει τον δίσκο σε δύο ημικύκλια. Επάνω στην πλατφόρμα είναι τοποθετημένα τα κρουστά και τέσσερις μουσικοί. Στο πίσω μέρος της ορχήστρας, στο βάθος, τρεις τεράστιες  οθόνες, με συνεχώς εναλλασσόμενο φωτισμό, δημιουργούν ένα φωτεινό φόντο , το  οποίο βοηθά στην ψευδαίσθηση ότι τα σώματα του Χορού, των ηθοποιών/στρατιωτών, αναδύονται μέσα από το φως σαν ζόμπι. Μια έντονη κινηματογραφική εικόνα.

Δέκα τέλεια εκπαιδευμένοι ηθοποιοί  συνιστούν έναν σφιχτοδεμένο  Χορό, με συντονισμένες αναπνοές, ακριβή ρυθμική εκφορά των συλλαβών των λέξεων αποκαλύπτοντας το βαθύτερο νόημα τους και “οργώνουν” με βαρύ βηματισμό τον περιστρεφόμενο δίσκο . Η μουσική, σαν μετρονόμος,  καθοδηγεί ρυθμικά τη γλώσσα και συντονίζει  την κίνηση των σωμάτων,  άλλοτε αργά και άλλοτε πιο ζωηρά. Μέσα από τον Χορό προκύπτουν οι ρόλοι, εκτός από τον ρόλο της Κλυταιμνήστρας, η   οποία κυριαρχεί ολομόναχη στο ένα ημικύκλιο, ενώ στο άλλο βρίσκονται όλοι οι άλλοι ηθοποιοί. Από αυτό το εννιαίο σύνολο αναδύονται τρεις Κασσάνδρες (Liliane Amuat, Anna Bardavelidze, Myriam Schroder) , τρεις Αγγελιοφόροι (Niklas Mitteregger, Max Rothbart, Noah Saavedra) και ο Αγαμέμνων (Thomas Lettow). Δυναμική υπήρξε η ερμηνεία των τριών ηθοποιών στο ρόλο της Κασσάνδρας. Στο φινάλε εμφανίζεται η Κλυταιμνήστρα , ολόγυμνη , οργισμένη, μια γυναίκα που γνωρίζει τον τρόπο να επιβάλλεται και να ενεργεί αποφασιστικά. Η Pia Handler, ως Κλυταιμνήστρα, μια ηθοποιός με αξιοζήλευτη τεχνική , προβάλλει τραβώντας αργά  έναν μαύρο μανδύα με τα νεκρά, γυμνά σώματα του Αγαμέμνονα και της Κασσάνδρας, μια έμμεση αναφορά στο εκκύκλημα της αρχαίας τραγωδίας και με παρρησία ομολογεί τα εγκλήματά της προασπιζόμενη το ρολο της μάνας και της πληγωμένης συζύγου. Ενώ δίπλα της,  λίγο μετά , ο Αίγισθος ( Lukas Rúppel) στέκεται ολόγυμνος, σαφώς κατώτερός της, ένα υποχείριο στα άνομα σχέδια της Βασίλισσας, ο οποίος δικαιολογεί τη συμμετοχή του στο έγκλημα ως εκδίκηση για τα Θυέστεια δείπνα. Δύο γυμνά σώματα υπέροχα φωτισμένα σαν αλαβάστρινα αγάλματα με την ηβική περιοχή βαμμένη κόκκινη, να μαρτυρά το άλικο αίμα που τους ενώνει , ως συνέπεια των εγκλημάτων τους. 

H μουσική σύνθεση του Nico van Wersch παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην παράσταση αποτυπώνοντας τους επαναλαμβανόμενους κραδασμούς μιας ανθρωπότητας που στροβιλίζεται παγιδευμένη στις πράξεις της. Εξαιρετική η διεύθυνση του Χορού από τον Jurgen Lehmann. Τα  κοστούμια της Romy Springsguth, όλα  μαύρα και ανόμοια μεταξύ τους, χωρίς κοινωνικές αναφορές. Οι δε φωτισμοί του Gerrit Jurda πολύ εντυπωσιακοί.

Η παράσταση είναι οργανωμένη σαν μια καλοκουρδισμένη επαναλαμβανόμενη παρτιτούρα, η οποία σε προκαλεί να θαυμάσεις την  έξοχη  τεχνική των ηθοποιών, τους καταπληκτικούς φωτισμούς και την άρρηκτη  σχέση  μουσικής, γλώσσας και κίνησης,  αλλά μετά το πρώτο ημίωρο  αρχίζει να κουράζει. Η παράσταση διήρκησε δύο ώρες.

error: Content is protected !!