Skip to main content
Ένα από τα γνωστότερα και πιο δημοφιλή έργα του Άγγλου ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Ουίλλιαμ Σαίξπηρ (William Shakespeare), τον “Άμλετ” (The Tragicall Historie of Hamlet, Prince of Denmarke), σκηνοθετεί η Κατερίνα Ευαγγελάτου στην ιστορική σκηνή του Αμφιθεάτρου στην Πλάκα. Ο χώρος ανοίγει ξανά μετά από 8 χρόνια που παρέμεινε κλειστός και εγκαταλελειμένος, αποτίοντας έναν φόρο τιμής στην παράσταση που είχε ανεβάσει ο πατέρας της σκηνοθέτιδος 28 χρόνια πριν. Το έργο γράφτηκε μεταξύ του 1600 και του 1601, με την πιο παλιά του παρουσίαση να χρονολογείται την ίδια χρονιά (1602), ενώ το επόμενο έτος (1603) παρουσιάστηκε σε Cambridge και Oxford. Το Εθνικό Θέατρο το 1937 το ανέβασε για πρώτη φορά στην Ελλάδα με σκηνοθέτη το Δημήτρη Ροντήρη και πρωταγωνιστή τον Αλέξη Μινωτή. Ο Άμλετ είναι ο πρίγκηπας της Δανίας, του οποίου ο (συνονόματος) πατέρας πέθανε απροσδόκητα και είναι βυθισμένος στη λύπη για το γεγονός αυτό. Το κενό στην εξουσία εκμεταλλεύεται ο θείος του Κλαύδιος, ο οποίος παντρεύεται τη μητέρα του Άμλετ, τη Γερτρούδη και γίνεται βασιλιάς, προκαλώντας μεγάλη δυσαρέσκεια στο νεαρό πρίγκηπα. Δύο φρουροί του κάστρου της νυχτερινής βάρδιας τον ενημερώνουν ότι εμφανίστηκε στα τείχη ένα φάντασμα που έμοιαζε στον πατέρα του. Το επόμενο βράδυ ο ίδιος ο Άμλετ πηγαίνει στα τείχη και συναντά το ίδιο φάντασμα, το οποίο του μεταφέρει το μήνυμα ότι δολοφονήθηκε από τον Κλαύδιο και τον καλεί να μην τον λησμονήσει και να τον εκδικηθεί. Παριστάνοντας τον τρελό ο Άμλετ τραβά την προσοχή της βασίλισσας και του βασιλιά, οι οποίοι αναθέτουν στον Ρόζενγκρατζ και τον Γκίλντεστερν, παλιούς συμφοιτητές του, να τον παρακολουθούν για να ανακαλύψουν την αιτία της τρέλας του. Ο Πολώνιος, ακόλουθος του βασιλιά, θεωρεί ότι η αιτία αυτή είναι ο έρωτάς του για την Οφηλία, τον οποίο έρωτα όμως ο Άμλετ αρνείται στη συνάντηση των δύο νέων, πληγώνοντας το νεαρό κορίτσι. Ο νεαρός πρίγκηπας ανεβάζει ένα θεατρικό έργο με θέμα τη δολοφονία του πατέρα του, προσπαθώντας να κάνει τον Κλαύδιο να αποκαλυφθεί, αλλά αυτός αποχωρεί πριν το τέλος του. Στη συνέχεια αντιμετωπίζει πρόσωπο με πρόσωπο τη μητέρα του και άθελά του σκοτώνει τον Πολώνιο που κρυφάκουγε. Ο Κλαύδιος φοβούμενος πλέον για τη ζωή του, στέλνει τον Άμλετ στην Αγγλία και τους Ρόζενγκρατζ και Γκίλντεστερν από πίσω του για να τον σκοτώσουν. Η συνωμοσία αποτυγχάνει και μετά από περιπέτειες ο Άμλετ επιστρέφει. Η Οφηλία στο μεταξύ από τη στενοχώρια της τρελαίνεται και αυτοκτονεί πέφτοντας σε ένα ποτάμι. Εξοργισμένος από το θάνατό της, επιστρέφει από τη Γαλλία ο αδερφός της Λαέρτης, τον οποίο ο Κλαύδιος πείθει ότι υπεύθυνος είναι ο Άμλετ κι έτσι προκαλεί μια μονομαχία των δύο νέων. Το σπαθί του Λαέρτη έχει δηλητήριο, όπως και το κρασί του Άμλετ, από το οποίο πίνει η Γερτρούδη και πεθαίνει. Ο Λαέρτης τραυματίζει τον Άμλετ, αλλά σκοτώνεται από το σπαθί του, προλαβαίνοντας όμως να εξομολογηθεί τη μηχανορραφία του Κλαύδιου. Λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή ο Άμλετ καταφέρνει να σκοτώσει τον πατριό του. Η μετάφραση είναι του Γιώργου Χειμωνά και είναι διαυγής, ποιητική και γεμάτη από τα νοήματα και τα μηνύματα του συγγραφέα. Τη δραματουργική επεξεργασία ανέλαβε η ίδια η σκηνοθέτις. 
Η Κατερίνα Ευαγγελάτου στη σκηνοθετική επιμέλεια του εγχειρήματος αυτού, δημιουργεί μια παράσταση που αποτίει φόρο τιμής στην ποιότητα της παράστασης του πατέρα της, αλλά δεν παραμένει στη σκιά της, καταθέτοντας παράλληλα τη δική της σπουδή στον πολύ γνωστό ήρωα. Η ανθρώπινη φύση κρύβει δύο όψεις με τη σκοτεινή της να προσπαθεί συχνά να επισκιάσει τη φωτεινή και στην ροή της παράστασης η μάχη μεταξύ των δύο αυτών φύσεων είναι συνεχής και αδυσώπητη. Η ψυχοσύνθεση του κάθε χαρακτήρα κρύβει ιδιαιτερότητες και πάνω σ’ αυτές χτίζονται από τη σκηνοθέτιδα με ενάργεια οι εναλλαγές και οι κλιμακώσεις τους που οδηγούν στις συγκρούσεις των ηρώων. Οι συγκρούσεις αυτές είναι διττές, οι φανερές, εκείνες δηλαδή που θα οδηγήσουν στην επικράτηση του ισχυρότερου ή του πιο πανούργου, αλλά και οι εσωτερικές, εκείνες που αφορούν τα δίπολα του καλού με το κακό, του ηθικού με το ανήθικο, του δίκαιου με το άδικο και τελικά της ζωής και του θανάτου, στις οποίες καταδύεται η σκηνοθετική οπτική και τις αναδεικνύει με όλο και πιο ανελέητο τρόπο. Αυτά που δηλώνονται σαφώς προσπαθούν να ισορροπήσουν με εκείνα που αποκαλύπτονται υπόγεια, υπαινικτικά και φαίνονται να αναδύονται από τα έγκατα της σκηνής, η οποία ξηλώνεται και ανοίγει σε σημαντικό βαθμό στη εξέλιξη της πλοκής. Έτσι αξιοποιείται σε μεγάλο βαθμό και η μεγάλη και αχανής σκηνή, η οποία στο πρώτο μέρος παραμένει γυμνή και εν μέρει αναξιοποίητη με μία όχι πάντα δικαιολογημένη διάθεση σκηνικής λιτότητας, η οποία δε συνοδεύει πάντα αρμονικά τις εκρήξεις του λόγου. Υπάρχουν στιγμιότυπα της παράστασης του 1991, οι οποίες προβάλλονται σε video στον πίσω τοίχο του θεάτρου, με τους σύγχρονους ηθοποιούς να λένε τα λόγια και να συν-παρακολουθούν με τους θεατές τις τότε σκηνές. Ο φόρος τιμής στο παρελθόν είναι απόλυτα σεβαστός και κατανοητός για μία εξαιρετική δουλειά που άφησε το στίγμα της στη σκηνοθέτιδα, αλλά ειδικά στη σκηνή της μονομαχίας Άμλετ-Λαέρτη ένιωσα να μου λείπει η σωματική συμμετοχή των σημερινών ηθοποιών στη σκηνή, σε μία έστω εικονική αντιπαραβολή με την πραγματικά εξαίσια σμιλευμένη αντίστοιχη σκηνή των Γιάννη Φέρτη και Σωτήρη Βάγια. Η ροή των εικόνων είναι αβίαστη, η εναλλαγή τους δεν κουράζει και ο ρυθμός διατηρείται σε υψηλά επίπεδα με ελάχιστες εξαιρέσεις. Η ατμόσφαιρα που δημιουργείται είναι υποβλητική, συχνά εκφοβιστική, με τους φωτισμούς να διατηρούνται γενικά χαμηλοί και τον καπνό που αναδύεται από τα έγκατα της ξηλωμένης σκηνής να συνομιλεί με την αδιόρατη αίσθηση του ενεδρεύοντος θανάτου. 
ΑΜΛΕΤ
Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος στον εμβληματικό ρόλο του Άμλετ, αποτυπώνει με σαφήνεια και μέτρο όλο το εσωτερικό χάος που επικρατεί στο νου και την ψυχή του ήρωά του και τα πολλαπλά και συχνά αντικρουόμενα συναισθήματά του. Μπόρεσα να εντοπίσω στο σκηνικό του στήσιμο το βαρύ και δυσβάσταχτο πένθος για το θάνατο του πατέρα του, την οργή του όταν το φάντασμα του αποκαλύπτει την αλήθεια και του ζητά δικαίωση και την αποφασιστικότητά του να πραγματοποιήσει την υπόσχεσή του για εκδίκηση. Το βλέμμα του είχε επίσης πολλές εναλλαγές από εκείνο του “σκηνοθετημένου” τρελού που θέλει να τραβήξει την προσοχή του βασιλικού ζεύγους, σε αυτό της συγκαλυμμένης ερωτικής αδιαφορίας προς την Οφηλία, της εκδικητικής μανίας προς τον σφετεριστή πατριό του και της τελικής του συντριβής, στιγμές πριν τον επερχόμενο θάνατό του. Είναι διακριτή η εσωτερική του αγωνία να κάνει πράξη την εκδίκηση για το θάνατο του πατέρα του, ενώ αντίστοιχα ορατός είναι και ο σαρκασμός προς την ανυποψίαστη μητέρα του. Η τελική του αναμέτρηση με το ρόλο έχει απόλυτα θετικό πρόσημο, καθώς δείχνει να αποφεύγει τις περισσότερες παγίδες του. Ο Νίκος Ψαρράς ερμηνεύει τον Κλαύδιο, δολοφόνο του αδερφού του και σφετεριστή του θρόνου της Δανίας. Με πολύ καθαρή άρθρωση στο λόγο και στέρεη σκηνική παρουσία είναι συνεπής στο γενικότερο κάδρο του ήρωά του. Μου έλειψε όμως το δολοπλόκο βλέμμα και η δολιότητα η οποία υποκινεί όλες του τις ενέργειες, που θα τον έκαναν αντιπαθή και δίκαιο αποδέκτη της εκδίκησης του Άμλετ και θα ολοκλήρωναν επιτυχημένα το σκηνικό πορτραίτο του ήρωά του. Η Άννα Μάσχα είναι η Γερτρούδη, μητέρα του Άμλετ και νυν σύζυγος του Κλαύδιου. Δημιουργεί με άνεση και ωριμότητα ένα γυναικείο τύπο που έχει εκτόπισμα και εσωτερική δύναμη, αλλά αφήνει επίσης να διαφανεί μια υποψία ανασφάλειας που τη στοιχειώνει και την ωθεί στην αναζήτηση ενός αντρικού στηρίγματος δίπλα της. Η Αμαλία Νίνου υποδύεται την Οφηλία με μια κοριτσίστικη αφέλεια και ανεμελιά, που υποδηλώνει την παιδική αγνότητα της ψυχής της, στην οποία πατούν τόσο ο πατέρας της, όσο και ο Άμλετ, όταν γίνονται χειριστικοί απέναντί της. Η εξωτερική της γύμνια στη σκηνή της τρέλας της γίνεται ο καθρέφτης της συναισθηματικής της αποτελμάτωσης, που την οδηγεί τελικά στο θάνατο. Ο Δημήτρης Παπανικολάου παίζει τον Πολώνιο, πατέρα της Οφηλίας και απρόσμενο σύμμαχο του Κλαύδιου. Καταθέτει ταλέντο και εμπειρία στη σκηνή, έχοντας πολύ καλές κωμικές σκηνές και ατάκες και μια έμφυτη τάση να χώνεται παντού, αλλά χωρίς να διολισθαίνει στιγμή στην καρικατούρα. Ο Γιάννης Κότσιφας ερμηνεύει τον Μάρκελλο, τον Ηθοποιό Α’, αλλά και το Νεκροθάφτη με πολλή ενέργεια, σκηνική άνεση και με τον αέρα της εμπειρίας και του ταλέντου που έχει. Ο Μιχάλης Μιχαλακίδης στο ρόλο του Οράτιου είναι ένας μάλλον αμήχανος συνοδός και φίλος του Άμλετ και χρειάζεται να συντονιστεί λίγο περισσότερο με τον πρωταγωνιστή. Τα ίδια περίπου ισχύουν και για τον Κλέαρχο Παπαγεωργίου που παίζει τον Ρόζενγκρατζ και τον Βασίλη Μπούτσικο που υποδύεται τον Γκίλντεστερν (αλλά και τον Ρακοσυλλέκτη) οι οποίοι είχαν μια κάπως κωμική φόρμα που έμοιαζε να αναζητά τη σκηνική τους ταυτότητα στη ροή του έργου. Ο Κυριάκος Σαλής ήταν ο Λαέρτης (και ο Ηθοποιός Β’, σε αντικατάσταση του Γιώργου Ζυγούρη) και είχε ένταση και πάθος στην ερμηνεία του, αν και ένιωσα ότι χρειαζόταν λίγο μεγαλύτερη ένταση στις αντιδράσεις του. Στο ρόλο του φαντάσματος του πατρός Άμλετ εμφανίζεται σε video ο Γιάννης Φέρτης σε μία προφανή σύνδεση της τωρινής παράστασης με την παλαιότερη, όπου ερμήνευε τον πρωταγωνιστή.  
hamlet
Η Θάλεια Μέλισσα είχε τη φροντίδα του σκηνικού χώρου, στον οποίο ενσωμάτωσε επιτυχημένα τα όποια απομεινάρια της σκηνικής εγκατάστασης του 1991 (του Γιώργου Πάτσα), αλλά αφήνει τον υπόλοιπο εντελώς γυμνό και κάπως αφιλόξενο στο πρώτο μέρος του έργου. Τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα έχουν σαν οδηγό τους τη λιτότητα και την κομψότητα (κυρίως όσον αφορά το βασιλικό ζεύγος), σε σκούρους ως επί το πλείστον τόνους, χωρίς να επιχειρούν να τραβήξουν το μάτι, αλλά να εναρμονιστούν πλήρως με τη σκηνοθετική οπτική. Η μουσική του Σταύρου Γασπαράτου δημιουργεί ένα ηχητικό σύμπαν όπου κυριαρχεί ένα σχεδόν διαρκές υπόκωφο και απειλητικό βουητό, κινείται σε πένθιμα μοτίβο και συνοδεύει διακριτικά το λόγο. Η επιμέλεια της κίνησης ανήκει στην Πατρίσια Απέργη και είναι προσεκτικά χορογραφημένη, ώστε να ανταποκρίνεται στις ψυχολογικές εναλλαγές των χαρακτήρων. Οι φωτισμοί του Σίμου Σαρκετζή έπαιξαν πολύ με τις σκιές και τους αναδυόμενους καπνούς από τα έγκατα της σκηνής, δημιουργώντας υποβλητική ατμόσφαιρα που θύμιζε μεσαιωνικό κάστρο. 
Συμπερασματικά, στη σκηνή του ιστορικού Αμφιθεάτρου, παρακολούθησα μία σύγχρονη και προσεγμένη ανάγνωση του πολύ γνωστού έργου του Σαίξπηρ, η οποία είχε εμφανείς αναφορές (έστω και με κάποιες δόσεις υπερβολής στη σημασία της θύμησης) στην προ 28 ετών παράσταση του πατέρα της σκηνοθέτιδος στον ίδιο χώρο. Η προσέγγιση κινείται έντονα στην αντιπαράθεση της ζωής με το θάνατο, του θεάτρου με την πραγματική ζωή, της αλήθειας και του ψέματος, υποδεικνύοντας τις λεπτές γραμμές που συχνά χωρίζουν τους δύο πόλους. Διερευνά σε βάθος την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης συνείδησης και τα υπαρξιακά της αδιέξοδα. Αποφεύγει την έντονη φόρμα και σκιαγραφεί ανθρώπινους τύπους με φωτεινή και σκοτεινή πλευρά, με ιδανικά και αδυναμίες. Οι κοιλιές στο ρυθμό λίγες, χωρίς να επηρεάζουν ουσιαστικά το τελικό θετικό πρόσημο της παράστασης, η διαδοχή των εικόνων ομαλή και συνεπής, αν και συχνά ο σκηνικός χώρος δεν βοηθά την εξέλιξή τους, ενώ οι ερμηνείες είναι σε γενικά υψηλά επίπεδα, μεστές, δυναμικές και ώριμες, με λίγες αμήχανες στιγμές. Μία δουλειά που αξίζει την προσοχή του θεατή και αποτελεί μια πολύ καλή πρόταση θεατρικής εξόδου.   
error: Content is protected !!