Skip to main content

ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΕΝΑ ΥΨΗ ΤΗΣ ΕΜΙΛΙ ΜΠΡΟΝΤΕ ΣΕ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΣΙΜΟΥ ΚΑΚΑΛΑ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ «ΧΩΡΟΣ»

Η Έμιλι Μπροντέ εκδίδει το μοναδικό μυθιστόρημά της «Ανεμοδαρμένα Ύψη» το 1847, το οποίο γίνεται αγαπημένο βιβλίο τόσο στην εποχή του όσο και αργότερα μέχρι σήμερα και μεταφέρεται στο ραδιόφωνο, στον κινηματογράφο και στο θέατρο γνωρίζοντας επιτυχία.

ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΕΝΑ ΥΨΗ

Το στυλ της γραφής της συγγραφέως είναι πολύ πρωτοποριακό για την εποχή του γιατί χρησιμοποιεί δύο βασικούς αφηγητές, κάνει πολλαπλή χρήση του χρόνου και δομεί το έργο πάνω σ’ ένα ισχυρό δίπολο: το ανεμοδαρμένο ύψωμα του Γιόρκσαϊρ με τα χερσοτόπια ολόγυρα όπου βρίσκεται ο πύργος της οικογένειας Έρνσο με τη δασώδη κοιλάδα στο Θράσκρος Γκρέιντζ όπου βρίσκεται η έπαυλη της οικογένειας Λίντον, η κυριαρχία των ενστίκτων με την εξημέρωσή τους, η βάναυση συμπεριφορά με την καλλιέργεια καλών τρόπων, το άγριο με το ήμερο, ο πρωτογονισμός με τον πολιτισμό.

Το μυθιστόρημα εξιστορεί τη ζωή και τη σχέση δύο διαλυμένων οικογενειών στο διάβα δύο γενεών. Πρόκειται για μια θυελλώδη ιστορία ενός ανολοκλήρωτου έρωτα μεταξύ της Κάθριν Έρνσο και του Χίθκλιφ, παραγιού της οικογένειας, ενός εγκαταλελειμμένου παιδιού που ο πατέρας Έρνσο περιμάζεψε στον πύργο, ένας παθιασμένος έρωτας που επηρεάζει τις ζωές όλων των προσώπων του έργου πυροδοτώντας αβυσσαλέα μίση, σκοτεινά πάθη και καταστροφική εκδίκηση. Ένα έργο διαποτισμένο με όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία του ρομαντικού και γοτθικού μυθιστορήματος, με έντονη την παρουσία του υπερφυσικού στοιχείου.

Το εγχείρημα της μεταγραφής του κειμένου ανέλαβε η Έλενα Μαυρίδου, στενή συνεργάτης του Σίμου Κακάλα, στηριγμένη στη μετάφραση του Άρη Μπερλή ακολουθώντας τη ροή του μυθιστορήματος διατηρώντας τους δύο αφηγητές και ξεκινώντας την παράσταση με την ανάγνωση της πρώτης σελίδας του βιβλίου. Είναι σαν να ξετυλίγεται, να παίρνει σάρκα και οστά, ένα σκοτεινό παραμύθι που «ξεπηδά» μέσα από τις κιτρινισμένες σελίδες ενός παλιού βιβλίου.

Ο Σίμος Κακάλας ανεβάζει τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» στο δικό του «Χώρο» με την ομώνυμη ομάδα του σε μια γκόθικ ατμόσφαιρα διατηρώντας τους σκοτεινούς χαρακτήρες, το μυστήριο και την υφέρπουσα αγωνία του μυθιστορήματος με το κατεξοχήν δικό του σκηνοθετικό ιδίωμα: τη χρήση της μάσκας, της κούκλας και της σκιάς. Τεχνικές που εφαρμόζει και εξασκεί από την αρχή της σκηνοθετικής του καριέρας. Τεχνικές που βοηθούν λίγους ηθοποιούς να παίζουν πολλαπλούς ρόλους. Έτσι και εδώ, η μάσκα (Μάρθα Φωκά) παίζει έναν ακόμη ρόλο: λειτουργεί σαν «φίλτρο» στην έκφραση των συναισθημάτων του ηθοποιού ώστε να κτίζει το ρόλο του μέσω των κινήσεων και της σωματικότητας. Η κούκλα (Στάθης Μαρκόπουλος), μια μετρίου μεγέθους μαριονέτα, αντικαθιστά έξυπνα ένα παιδί, που την κινούν τρεις με τέσσερις ηθοποιοί (λίγο άκομψα τολμώ να πω) σε κοινή θέα. Όσο για την τεχνική από το «Θέατρο Σκιών» δανείζει τη δημιουργία μυστηριωδών και σκοτεινών φιγούρων πίσω από μια διάφανη επιφάνεια.

Σε αυτή τη σκηνοθετική προσέγγιση πολύ σημαντικοί αρωγοί υπήρξαν η σκηνογράφος και ενδυματολόγος Ράνια Εμμανουηλίδου και οι φωτισμοί του Παναγιώτη Λαμπή. Η Ράνια Εμμανουηλίδου έντυσε τους ηθοποιούς σύμφωνα με το ρομαντικό πνεύμα της εποχής με το μαύρο χρώμα να κυριαρχεί και δημιούργησε, στο ίδιο πνεύμα, έναν ερεβώδη και απειλητικό σκηνικό χώρο τριών επιπέδων: το προσκήνιο (απ’ όπου ξεκινά η ανάγνωση του βιβλίου), μια τεράστια μπούκα που μας εισάγει στον πύργο ή την έπαυλη και ένα τρίτο επίπεδο στο βάθος. Μια αλλεπάλληλη διαδοχή επιπέδων να παραπέμπει στο μυθιστόρημα όπου η μια αφήγηση διαδέχεται-εμπεριέχει την άλλη. Ένα λιτό και λειτουργικό σκηνικό που κοσμούν μια μεγάλη μαύρη πολυθρόνα, ένας στενόμακρος μαύρος πάγκος για πολλαπλές χρήσεις μέχρι το νεκροκρέβατο της Κάθριν Έρνσο και ένας τεράστιος κοίλος καθρέπτης, στη δεξιά πλευρά της σκηνής, να παραμορφώνει τις σιλουέτες.

Ανεμοδαρμένα Ύψη

Ο φωτιστικός σχεδιασμός του Παναγιώτη Λαμπή, απλός και αποτελεσματικός, υπηρέτησε πλήρως την γκόθικ και μυστηριώδη ατμόσφαιρα του έργου. Ελάχιστοι προβολείς κυρίως όμως κεριά, φακοί και φανάρια υποφωτίζουν το σκηνικό χώρο δημιουργώντας περίεργες και απειλητικές σκιές.

Έξι δυναμικοί ηθοποιοί, μυημένοι στο πνεύμα της ομάδας, ανέλαβαν τον άθλο της ερμηνείας των πολλαπλών ρόλων περνώντας από τον ένα ρόλο στον άλλο με αμεσότητα και εκφραστικότητα: η Δήμητρα Κούζα (μια αναποφάσιστη, χειμαρρώδης και ευάλωτη Κάθριν Έρνσο και Κάθριν Λίντον), ο Μιχάλης Βαλάσογλου (ένας δύστροπος, άξεστος, σκληρός και αινιγματικός Χίθκλιφ), ο Κωνσταντίνος Μωραΐτης (ένας πολύ ουσιαστικός κύριος Λόκγουντ, Έντγκαρ Λίντον και κύριος Έρνσο), ο Γιάννης Λεάκος (ένας πειστικότατος Ιωσήφ, Χίντλυ Έρνσο και Χέαρτον Έρνσο), η Μαντώ Κεραμιδά (ως Νέλλυ που έζησε και στον πύργο και στην έπαυλη αφηγείται τα γεγονότα της πρώτης γενιάς) και η Φελίς Τόπη (Ισαβέλλα Λίντον, Φρανκ και κυρία Έρνσο).

Μια παράσταση χαμηλού κόστους, με κάποιες τεχνικές ατέλειες και με έντονη τη σφραγίδα του «χειροποίητου» που διαπνέεται όμως από τόλμη για την εκπλήρωση ενός ονείρου, αγάπη για το αυθεντικό και το μίνιμαλ, κατάθεση ψυχής και έκφραση ενός πηγαίου ταλέντου.

Αναμένουμε το φθινόπωρο το δεύτερο μέρος.

error: Content is protected !!