Skip to main content
Την παράσταση “Αρίστος” σκηνοθετεί για τρίτη χρονιά στο Θέατρο Άνεσις ο Γιώργος Παπαγεωργίου. Βασισμένη στο βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη με τίτλο “Ο Γύρος του Θανάτου”, που γράφτηκε το 2010 και βραβεύθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 2011, αφηγείται τη σύλληψη και την εκτέλεση του Αριστείδη Παγκρατίδη, του φερόμενου και ως “Δράκου του Σέιχ Σου”. Η ζωή του από τα παιδικά χρόνια και μέχρι τη σύλληψή του δεν ήταν ρόδινη και τα κεντρικά της σημεία τα μαθαίνουμε από αφηγήσεις φίλων, γνωστών, γειτόνων, της μητέρας του, καθώς και ατόμων με τα οποία είχε κατά καιρούς ερωτική σχέση. Μεγαλωμένος σε μια φτωχογειτονιά, με τη μητέρα του να ξενοπλένει για να μεγαλώσει τρία παιδιά (με αυτόν να είναι το στερνοπαίδι), τρώγοντας συχνά από τα σκουπίδια, αναγκάστηκε να δουλέψει από πάρα πολύ μικρή ηλικία για να συνδράμει την οικογένειά του. Εννέα άνθρωποι διαφορετικού χαρακτήρα, με διαφορετικά βιώματα, οι οποίοι γνώρισαν σε κάποια περίοδο της ζωής τους τον Παγκρατίδη, μιλούν γι’ αυτόν, εξιστορούν τις εμπειρίες τους, θυμούνται τα συναισθήματα που γέννησε μέσα τους η γνωριμία τους με αυτόν και συνθέτουν έτσι πτυχές του προφίλ και της προσωπικότητάς του. Στη μεταπολεμική Θεσσαλονίκη, στις γειτονιές και τα σοκάκια της, το παιδί αυτό είδε τον πατέρα του να εκτελείται μπροστά στα μάτια του, μεγάλωσε χωρίς να λάβει κάποια μόρφωση, καθώς η μητέρα του προσπαθούσε να εξασφαλίσει ένα μικρό μεροκάματο για την οικογένειά της και έγινε περιθωριακός από τα νεανικά του χρόνια. Κλείστηκε σε αναμορφωτήριο στην Κέρκυρα για κλοπή ποδηλάτου, δούλεψε από οικοδομή ως και το γύρο του θανάτου, ενώ συχνά εκδιδόταν για να καταφέρει να εξασφαλίσει ένα πιάτο φασολάδα ή λίγα χρήματα. Το 1959 στο περιαστικό δάσος του Σέιχ Σου στη Θεσσαλονίκη διαπράχθηκαν βιασμοί και φόνοι με στόχο κυρίως νεαρά ζευγάρια, εγκλήματα για τα οποία κατηγορήθηκε ο Παγκρατίδης, ο οποίος και συνελήφθη. Ομολόγησε την ενοχή του κατόπιν έντονων πιέσεων, καταδικάστηκε το Φεβρουάριο του 1966 τετράκις εις θάνατον για να εκτελεστεί δύο χρόνια αργότερα με πυροσβολισμό, το Φεβρουάριο του 1968 στο ίδιο δάσος, με τις τελευταίες του λέξεις να απευθύνονται στη μητέρα του λέγοντας ότι είναι αθώος. Η διασκευή και η δραματουργική επεξεργασία του αρχικού κειμένου έγινε από τη Θεοδώρα Καπράλου είχε αμεσότητα, ένταση και θεατρικότητα, ενώ η γλώσσα ήταν γνήσια λαϊκή και είχε συνέπεια και συνέχεια.
dsc07581-1
Ο Γιώργος Παπαγεωργίου σκηνοθετεί την παράσταση με πρόθεση να δομήσει με ακρίβεια και αιτιολόγηση τόσο το διαταραγμένο ψυχολογικό προφίλ ενός ταλαιπωρημένου νεαρού ατόμου που κατηγορήθηκε για τόσο ειδεχθή εγκλήματα, όσο και να αποτυπώσει με λεπτομέρεια τα βιώματα, τις αναμνήσεις και τα συναισθήματα που δημιουργήθηκαν στα άτομα που γνώριζαν τον Παγκρατίδη στη διάρκεια της ζωής του. Υπάρχουν συνεχείς νύξεις και αναφορές στο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο στο οποίο βρισκόταν η χώρα την εποχή που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα της ιστορίας, τα μεταπολεμικά τραύματα και κατάλοιπα και τις συνέπειες που είχαν στη μοίρα του Αρίστου. Η σκηνοθεσία παραθέτοντας προσωπικά στιγμιότυπα της ζωής του, δημιουργεί ζωντανές εικόνες που κρατούν την ισορροπία μεταξύ συναισθήματος και κριτικής σκέψης και αφήνει το θεατή να αξιολογήσει πρόσωπα, γεγονότα και μαρτυρίες και στη συνέχεια να φιλτράρει την αλήθεια όπως αυτή γεννιέται μέσα του. Οι σκηνές διαδέχονται η μία την άλλη με γρήγορο ρυθμό, οι ηθοποιοί εναλλάσσουν τους χαρακτήρες που υποδύονται και περιγράφουν τα γεγονότα με τρόπο ανεπιτήδευτο αλλά έντονα βιωματικό. Οι σιωπές που διαδέχονται τις εντάσεις δίνουν τις απαραίτητες ανάσες που χρειάζονται μέχρι την επόμενη κορύφωση. Ο λόγος απλός, άμεσος, λαϊκός, κατανοητός, με χιούμορ, αλλά και έντονο συναίσθημα, σκιαγραφεί τύπους καθημερινούς, ανθρώπους της διπλανής πόρτας, αλλά και τη γενικότερη περιρρέουσα ατμόσφαιρα μιας σκοτεινής ιστορικά εποχής. Οι άνθρωποι που καταθέτουν τις προσωπικές τους εμπειρίες για τον Παγκρατίδη συνθέτουν ένα είδος ανθρωπογεωγραφικού ψηφιδωτού της εποχής και της πόλης, με τον καθένα να έχει άλλο γλωσσικό ύφος, άλλες καταβολές και άλλη καθημερινότητα. Η σκηνοθεσία φροντίζει έτσι ώστε παράλληλα με την κεντρική ιστορία και την εξέλιξή της, να αναπτύσσονται έξυπνα και όλες οι μικρές παράπλευρες ιστορίες. Τα δίπολα δίκαιο-άδικο, σωστό-λάθος, η συνειδητοποίηση και η αποδοχή ευθυνών, αιτίων και ενοχών κινούν τα νήματα της αφήγησης και γίνονται τα γενεσιουργά αίτια γνήσιου, αυθεντικού, ανθρώπινου συναισθήματος που δε φοβάται την εκδήλωσή του, αλλά ποτέ δεν ξεπερνά το μέτρο. Αυτό το μέτρο, η συνέπεια και η προσήλωση σε μία πυκνή θεατρική απόδοση της ιστορίας είναι εμφανή παντού στην παράσταση. Από τη διάρκειά της, μέχρι τις σχεδόν αψεγάδιαστες ερμηνείες των ηθοποιών. Ένας μουσικός συχνά παρεμβαίνει ζωντανά στην αφήγηση, ντύνοντας με μουσική και νότες τους καημούς και τα βάσανα των ηρώων. 
ΑΡΙΣΤΟΣ
Οι τρεις ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά Φιλαρέτη Κομνηνού, Γιάννης Λεάκος και Μιχάλης Οικονόμου) υποδύονται ανθρώπους που σε κάποια φάση της ζωής τους γνώρισαν προσωπικά τον Παγκρατίδη και μπόρεσαν να διαμορφώσουν προσωπική άποψη γι’ αυτόν. Ετερόκλητοι, αλλά με κοινές βάσεις. Η μητέρα του και μία παραδουλεύτρα φίλη της, ένας παιδικός του φίλος, ένας αχθοφόρος που δούλευε κι αυτός για ένα πενιχρό μεροκάματο, το αφεντικό του στο γύρο του θανάτου, ένας καθαρευουσιάνος αστός συμβολαιογράφος, ένας περιπτεράς-χαφιές του καθεστώτος, η Σύλβα η λαϊκή τραγουδίστρια-ντίβα δεύτερης διαλογής σε μπουζουξίδικο, ένας αστυνομικός που έκρυβε επιμελώς τις πολιτικές του πεποιθήσεις και η τραβεστί Λολό. Εξαρχής σε πείθουν για το πόσο ομαδικά και λεπτομερειακά έχουν δουλέψει για να κατανοήσουν τους χαρακτήρες που αναπαριστούν στη σκηνή. Δημιουργούν μια παρέα, όπου ο καθένας δούλεψε πρωταρχικά για το σύνολο με τη σκηνική τους χημεία να είναι αψεγάδιαστη. Ο λόγος τους είναι μία σκυταλοδρομία μονολόγων-εξομολογήσεων με τη σκυτάλη να περνά με ένα τρόπο μαγικό από τον ένα στον άλλο. Όταν κάποιος/κάποια ερμήνευε, οι άλλοι δύο τον/την παρακολουθούσαν προσεκτικά, σχεδόν ευλαβικά, κοιτώντας στα μάτια. Κανείς δεν υστέρησε, κανείς δεν κατέθεσε λιγότερο ταλέντο και ιδρώτα από τον άλλο. Με μία απλή κίνηση αλλάζουν πρόσωπο, αλλάζουν διάθεση, αλλάζουν στάση σώματος, αλλάζουν έκφραση, αλλάζουν χαρακτήρα. Ο Μιχάλης Οικονόμου μας εισάγει με πολύ και έξυπνο χιούμορ στο κλίμα της παράστασης κάνοντας συνεχή αλλά χαριτωμένη μνεία στην απενεργοποίηση των κινητών τηλεφώνων. Είναι όμως και ο ατσαλάκωτος, τυπικός και μπουρζουάς συμβολαιογράφος, αλλά και ο χωροφύλακας που νιώθει, καταλαβαίνει αλλά φοβάται να φανερωθεί και να αντιδράσει. Πώς όμως να μη χαραχθεί ακόμα πιο έντονα στη μνήμη η Λολό του με τα καλιαρντά και την ειρωνεία της, αλλά και την κρυφή της συγκίνηση και ανθρωπιά; Δεν αναλώνεται σε μία απλή και εύκολη καρικατούρα, αλλά αποκαλύπτει τον άνθρωπο πίσω από την εικόνα, βιώνει με αυθεντικότητα το ρόλο στο πετσί του και σε αναγκάζει να τρίβεις τα μάτια σου ως θεατής. Η Φιλαρέτη Κομνηνού είναι η μάνα, η ενοχική, η λαϊκή, η απλή, η τραγική, που με ένα δάκρυ κι ένα λυγμό συνειδητοποιεί τις ευθύνες της, τα λάθη της και μετανιώνει που δεν μπόρεσε να σταθεί περισσότερο δίπλα στο παιδί της και να του δώσει την αγάπη και τη στοργή που του έλειψε. Είναι όμως και η Σύλβα η λαϊκή τραγουδίστρια, μπασμένη από μικρή στη ζωή και τις απαιτήσεις της, που λύνει και ρίχνει πίσω τα μαλλιά, αρπάζει το ντέφι και μιλάει στο κοινό με παλμό, μπρίο, τσαχπινιά, θηλυκότητα, αλλά και μία κούραση στο βλέμμα που δείχνει να βγαίνει βαθιά από την ψυχή της. Δύο ρόλοι, δύο αντίθετοι πόλοι εξαιρετικά ερμηνευμένοι από την ίδια ηθοποιό. Την τριάδα συμπληρώνει ο Γιάννης Λεάκος, που δε διστάζει να παίξει με ένταση, δυναμισμό και πάθος διαφορετικούς ρόλους και να τσαλακωθεί γι’ αυτούς. Γίνεται με την ίδια άνεση και ερμηνευτική ωριμότητα ο αποκρουστικός και γλοιώδης περιπτεράς χαφιές, αλλά και ο αυθόρμητος και ανθρώπινος ιδιοκτήτης του γύρου του θανάτου. Στην τελευταία δε σκηνή του μονολόγου του ίδιου του Αρίστου, ένιωσα τους θεατές (του εαυτού μου συμπεριλαμβανομένου) να κρατούν την ανάσα τους, να μην ακούγεται ούτε ο παραμικρός ήχος στην αίθουσα για να μη διακοπεί η μυσταγωγία μιας σκηνής απόλυτης συνειδητοποίησης και συντριβής. Ο πολυτάλαντος Αλκιβιάδης Μαγγόνας ξεδιπλώνει (και) το μουσικό του ταλέντο, παίζει τρία όργανα και συνοδεύει ζωντανά με τις μελωδίες τους τους ηθοποιούς, ντύνοντας με νότες τον πόνο, τους καημούς και το πάθος των χαρακτήρων. 
Αρίστος4©DomnikiMitropoulou
Η Κατερίνα Αριανούτσου έχει την επιμέλεια του σκηνικού χώρου και καταφέρνει με λίγα και προσεκτικά επιλεγμένα σκηνικά αντικείμενα να του δώσει προσωπικότητα και λειτουργικότητα, αφήνοντας αρκετό διαθέσιμο για την κινητικότητα των ηθοποιών. Τα κοστούμια της ίδιας απλά, λαϊκά, σε γήινες, ανθρώπινες και ζεστές σκούρες αποχρώσεις, συμβάλλουν δημιουργικά στη διαρκή μεταμόρφωση των ηρώων. Η κινησιολογική προσέγγιση της Μαρίζας Τσίγκα έχει μια ήρεμη τελετουργία στο σχεδιασμό της και συνοδεύει εξαιρετικά τη μυσταγωγία του λόγου. Ο Γιώργος Δούσος είχε τη φροντίδα της μουσικής, που αποτέλεσε ανάσα στη φόρτιση του λόγου κι έδεσε όμορφα μαζί του. Οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου εστιάζουν στοχευμένα και με ακρίβεια στον κάθε ήρωα-αφηγητή και δημιουργούν μια υποβλητική και φορτισμένη συγκινησιακά ατμόσφαιρα. 
αριστος
Συμπερασματικά, στη φιλόξενη σκηνή του Θεάτρου Άνεσις, είδα μια παράσταση που αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα μεταφοράς ενός βραβευμένου λογοτεχνικού έργου στη σκηνή, χωρίς να χαθεί ούτε ίχνος από την ουσία και τους χυμούς του αρχικού κειμένου. Έχει αισθητική, έχει συναίσθημα, έχει προσωπικότητα, χρειάστηκε αρκετή μελέτη και δουλειά, αλλά κατάφερε να αποπνέει χειροποίητο θέατρο με ευαισθησία, ανθρωπιά, τρυφερότητα και ψυχή από τους συντελεστές της. Σε παρασύρει στο σύμπαν της χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, σε κάνει να ξεχνάς το χρόνο που περνά και όταν τελειώνει αφήνεις την ανάσα σου να βγει με θόρυβο, έχοντας περάσει μια πολύ ουσιαστική θεατρική βραδιά. Μία από τις παραστάσεις που μπορούν να μείνουν στη μνήμη του κάθε θεατρόφιλου για πολύ καιρό.
 
error: Content is protected !!