Skip to main content

Το έργο του Αριστοφάνη «Βάτραχοι»  πρωτοπαίχτηκε το 405 π.χ., ένα χρόνο  μετά την νίκη των Αθηναίων στη ναυμαχία στις Αργινούσες (406 π.χ) μια τελευταία αναλαμπή της αθηναϊκής ισχύος. Η παράσταση των «Βατράχων» κατέχει  ένα κομβικό σημείο: ένα χρόνο πριν από αυτήν έχουν πεθάνει ο Ευρυπίδης και ο Σοφοκλής (ο Αισχύλος έχει ήδη πεθάνει μισό αιώνα πριν) και ένα χρόνο μετά από αυτήν, όπως θα αποκαλύψει η Ιστορία, η λήξη του Πελοποννησιακού πολέμου (404 π.χ) θα βρει την Αθήνα ηττημένη και διοικούμενη από την Τυραννία των Τριάκοντα. Είναι μια περίοδος φθίνουσας παρακμής της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και πνευματικής ένδειας.

b_19722_AEF-ticketservices-event_image-65-Chioti-Vatraxoi-a

Ο Αριστοφάνης, με τις ευαισθητοποιημένες  αντένες του, ψυχανεμίζεται την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και γράφει τους «Βατράχους». Ένα έργο, που φέρει την λεοντή της κωμωδίας,  (όπως άλλωστε την φορά και ο Διόνυσος στο έργο, υποδυόμενος τον Ηρακλή για να κατεβεί στον Άδη) περιέχει πολλά και έξυπνα κωμικά στοιχεία αλλά έχει και ένα έντονο πολιτικό υπόβαθρο. Ο Αριστοφάνης πιστεύει ότι μόνο η ποίηση και όχι η φθηνή πολιτική με τα σοφιστικά τεχνάσματα μπορεί να σώσει την πόλη των Αθηναίων από το τέλμα που «βυθιζόταν». Το έργο είναι ένας ύμνος στην ποίηση, στο οποίο συνυπάρχει ο Άνω και ο Κάτω Κόσμος και ενυπάρχει  μυστικιστική ατμόσφαιρα, καταβύθιση  στα έγκατα της πίστης και του ιερού, μια μίξη φωτός και σκοτεινιάς, πασπαλισμένη με το αριστοφανικό χιούμορ. Το έργο διακατέχεται από μία αμφιθυμία που παραπέμπει πιθανόν στην ιδιότητα των βατράχων να μπορούν να επιβιώσουν και μέσα στο νερό αλλά και στη στεριά. Πρόκειται για μία κατάβαση στον Κάτω Κόσμο, μία νέκυια για να έρθει ξανά στη ζωή ένας άξιος ποιητής οραματιστής , με σκοπό να εκλεπτύνει το πνεύμα και τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Μια ουτοπική «ανάσταση» για την σωτηρία της πόλης.

Η Αργυρώ Χιώτη, μαζί με την ομάδα της, τους  «Vasistas», τα τελευταία περίπου δεκαπέντε χρόνια, παρουσίασε μεταδραματικές  παραστάσεις, performance, devised θέατρο, θεατρικές δουλειές με έντονη σωματικότητα και χορικότητα. Η Χιώτη, έχοντας στην σκηνοθετική της φαρέτρα αυτόν τον «εξοπλισμό» μαγεύεται από την σκοτεινή, μυστικιστική, μελαγχολική και ποιητική πλευρά των «Βατράχων» και αυτήν επιχειρεί να  φανερώσει στην ορχήστρα του Αργολικού Θεάτρου, έχοντας δύο πολύτιμους συμμάχους και αρωγούς, την καταπληκτική μετάφραση του Νίκου Παναγιωτόπουλου και την εμπνευσμένη μουσική σύνθεση του Jan Van de Engel. Παρουσιάζει έναν Αριστοφάνη απογυμνωμένο από επιθεωρησιακά τεχνάσματα, μπαλαφάρες, βωμολοχίες, σεξουαλικά και πολιτικά υπονοούμενα και περιττά χονδροκαμμένα αστεία. Δημιουργεί μια ονειροπόλα ατμόσφαιρα και αποκαλύπτει έναν Αριστοφάνη με εσωτερικότητα.

Μία επικλινής γέφυρα, μήκους 22 μέτρων, που συνδέει τον Άνω με τον Κάτω Κόσμο (δημιουργία της Εύας Μανιδάκη) κυριαρχεί στην ορχήστρα του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου, με την μία πλευρά ελαφρώς συστρεφόμενη, σαν την κουπαστή της βάρκας του περαματάρη Χάρου. Σε αυτόν τον «εναέριο» διάδρομο συνυπάρχουν οι ζωντανοί με τους νεκρούς προσπαθώντας να επιτύχουν μια εύθραυστη ισορροπία. Αυτό το λιτότατο σκηνικό συγκεντρώνει όλη τη δράση του έργου, και βέβαια όλα τα βλέμματα των θεατών, αφήνοντας αναξιοποίητη την υπόλοιπη ορχήστρα. Μόνον όταν αρχίζει ο «αγώνας» των ποιητών, η δράση απλώνεται κάπως και εκτός αυτού. Η Χιώτη γνωρίζει πολύ καλά πώς να διαχειριστεί μέσα από την χορικότητα, την  σωματικότητα και το μετωπικό παίξιμο τον πολύχρωμο χορό (κοστούμια Άγγελος Μέντης) των βατράχων και των μυστών μέσα από τον οποίον θα αναδυθούν  οι επιμέρους ρόλοι: ο Ηρακλής, ο Αιακός, ο Χάρος κ.λ.π.

Βάτραχοι

Οι ικανότατοι και τέλεια εκπαιδευμένη στην κίνηση (Μανούκ Καρυωτάκης) ηθοποιοί: Μιχάλης Βαλάσογλου, Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Ευθύμης Θέου, Μανούκ Καρυωτάκης, Χαρά Κότσαλη, Σπύρος Μάστορας, Τζωρτζίνα Χρυσικιώτη με κορυφαίο τον έξοχο Αντώνη Μυριαγκό παίζουν διάφορα  μουσικά όργανα, τραγουδούν και επιδίδονται σε περίπλοκα ακροβατικά. Έξυπνη η επιλογή να ερνημεύσουν γυναίκες τους ρόλους του Διόνυσου (Μαρία Κεχαγιόγλου) και του δούλου του Ξανθία (Εύη Σαουλίδου) που δεν ξένισε καθόλου. Αντιθέτως πρόσθεσε μια ιδιαίτερη νότα με το μέτρο και τον κάπως αποστασιοποιημένο τρόπο ερμηνείας των.

Η σκηνή του ποιητικού αγώνα ανάμεσα στον Αισχύλο (Νίκο Χατζόπουλο) και στον Ευρυπίδη (Ακύλλα Καραζήση), η σύγκρουση αυτών των δύο προσωπικοτήτων, είναι σαφώς μια σκηνή πρωταγωνιστών. Ηθοποιοί και σκηνοθέτης κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν.  Είναι μία σκηνή που έχει στηθεί κάπως αμήχανα. Ουσιαστικά, η Χιώτη βρίσκεται σε ξένα νερά και προσπαθεί να διαχειριστεί ένα υλικό ανοίκειο σε αυτήν. Οφείλει να δομήσει χαρακτήρες  και να καθοδηγήσει υποκριτικά τους ηθοποιούς, για αυτό ίσως καταφεύγει και σε ακρότητες (ο Ευρυπίδης με μπικίνι, βέβαια πολύ ευρηματικός  ο τρόπος που μετατρέπεται  το εσώρουχο και το πουκάμισο σε μπικίνι). Και οι δύο καταξιωμένοι ηθοποιοί ερμηνεύουν τους ρόλους  αντλώντας στοιχεία από το προσωπικό τους υποκριτικό «οπλοστάσιο». Τόσο ο βλοσυρός  και παλαιομοδίτης Αισχύλος με το γκρι αυστηρό κοστούμι, του Νίκου Χατζόπουλου, όσο και ο ποπ στην εμφάνιση Ευριπίδης, με το μωβ παιχνιδιάρικο κοστούμι και το σκαμπρόζικο παίξιμο του Ακύλλα Καραζήση.

Η Αργυρώ Χιώτη, με τη δεμένη ομάδα της, κατέθεσε με τόλμη μια διαφορετική ανάγνωση του Αριστοφάνη, έστω και με τις όποιες αδυναμίες της, παραμένοντας πιστή στο προσωπικό της όραμα και αποκαλύπτοντας  στο κοινό έναν λιγότερο λαϊκό Αριστοφάνη.

error: Content is protected !!