Skip to main content

Με τις «Ευμενίδες», το τρίτο μέρος της τριλογία της «Ορέστειας» («Αγαμέμνων», «Χοηφόροι», «Ευμενίδες»), ο Αισχύλος εγκαθιδρύει το θεσμό της δικαιοσύνης, ιδρύει τον Άρειο Πάγο, καταργεί την αυτοδικία, προτείνοντας μία θεσμική λύση για τη σωστή λειτουργία μιας ευνομούμενης πολιτείας. Και όπως λέει η Αθηνά «αφήστε τον σεβασμό και τον φόβο να ζει στην πόλη». Με τις «Ευμενίδες» σηματοδοτείται το τέλος της μητριαρχίας και η «αυγή» της πατριαρχίας.

ΣΤΕΦΑΝΙΑ ΓΟΥΛΙΩΤΗ

Η Στεφανία Γουλιώτη εξομολογείται σε μία συνέντευξή της το όνειρό της και την αγωνία της για το ανέβασμα των «Ευμενίδων» ξημερώματα στο Αρχαίο Στάδιο της Επιδαύρου και καταλήγει λέγοντας «Ας ξενυχτίσει το κοινό και για το Θέατρο». Πράγματι το πιστό κοινό του Θεού Διόνυσου ξενύχτισε και έλαβε ως «αντίδωρο» ένα μοναδικό και πρωτόγνωρο βίωμα το χάραμα εκείνου του Σαββατοκύριακου, στο Στάδιο της Επιδαύρου. Και στις δύο παραστάσεις γύρω στους 1.200 θεατές γέμισαν τις σωζόμενες κερκίδες του Σταδίου. Όλη η διαδικασία της εισόδου των θεατών στο Στάδιο μέχρι να καθίσουν στις κερκίδες είχε μία έντονη αίσθηση ιεροτελεστίας μέσα στο γλυκοχάραμα. Οκτώ διάδρομοι χαραγμένοι με κίτρινο χρώμα στον στίβο του Σταδίου «οδηγούσαν» το κοινό στις κερκίδες. Τα πάντα ήταν χρονομετρημένα. Λίγο μετά τις έξι οι θεατές άρχισαν να εισέρχονται αργά αργά στο χώρο του Σταδίου και 6.17’ ακριβώς ξεκίνησε η παράσταση, η αποκάλυψη ενός άλλου είδους επικοινωνίας του κοινού με το κείμενο, την ηθοποιό- αφηγήτρια και το τοπίο.

 Τρία χρόνια μετά το πρώτο εγχείρημά της να ερμηνεύσει όλο το κείμενο των «Ευμενίδων» μόνη της σε κλειστό χώρο, η Στεφανία Γουλιώτη επανέρχεται με τις «Ευμενίδες» αλλά αυτή τη φορά τολμά να τις αφήσει να «αναπνεύσουν» στη φύση και να «δράσουν» στο Αρχαίο Στάδιο της Επιδαύρου. Αυτή η σχεδόν εμμονική ενασχόλησή της με αυτό το ιδιαίτερο κείμενο του Αισχύλου, την οδηγεί σε μια τελείως ξεχωριστή και προσωπική σχέση με αυτό το έργο. Η δύναμη της συγκέντρωσης, η στάση του σώματός της, η ελεγχόμενη ένταση, ο συντονισμός  εισπνοής- εκπνοής, η εναλλαγές των ηχοχρωμάτων της φωνής της, η ποικίλες ποιότητες των φωνηέντων μετουσιώνουν την ηθοποιό σε έναν «αγωγό» που ηχεί τον λόγο του Αισχύλου μέσα στο Αργολικό τοπίο.

ΣΤΕΦΑΝΙΑ ΓΟΥΛΙΩΤΗ

Η Στεφανία Γουλιώτη, με μία μπεζ ζιπ κιλότ και ένα απαλό γαλάζιο μπλουζάκι, άβαφη, λιτή, με τα μαλλιά της τραβηγμένα να καταλήγουν σ’ έναν αυστηρό κότσο, ακίνητη μπροστά σε ένα αιωρούμενο μικρόφωνο στη μέση του Σταδίου, στημένη μετωπικά προς το κοινό, στο μέσον μιας νοητής ορχήστρας που είχε οριοθετηθεί από από μικρές πέτρες (Σκηνικός χώρος: Εύα Μανιδάκη), πατά με τα μαύρα παπούτσια της τα δύο άκρα ενός κίτρινου χαρτιού (πρόγραμμα της παράστασης) που το έχει τοποθετήσει στο κέντρο της ορχήστρας δίκην θυμέλης και αρχίζει την αφήγηση. Σε λίγο τρέχει στην μία πλευρά του Σταδίου, πλένει με καθάριο νερό το πρόσωπό της και επιστρέφει ως Ορέστης και λίγο αργότερα φεύγει προς την άλλη πλευρά του Σταδίου, ανηφορίζει τρέχοντας στην πλαγιά του, τραβά ένα τεράστιο διαφανές νάιλον σαν τον μακρύ μανδύα της Αθηνάς και επιστρέφει με την φωνή της θεάς.  Όλοι οι ρόλοι γίνονται ευδιάκριτοι και αντιληπτοί, ο Ορέστης, ο Απόλλων, η Αθηνά, το Φάντασμα της Κλυταιμνήστρας, οι Ερινύες. Ο συνδημιουργός της παράστασης, Δημήτρης Καμαρωτός, είναι παρών, δημιουργώντας με τα μουσικά του όργανα ένα ηχητικό τοπίο που «φωτίζει» την ψυχογραφία των χθόνιων θεών και συνομιλεί με την ερεβώδη φωνή της Γουλιώτη ακολουθώντας τον χορό των Ερινύων μέχρι τη «βάπτισή» τους σε Ευμενίδες στο φως της Ανατολής.

Ο Ορέστης καταφεύγει ικέτης στο άγαλμα της θεάς Αθηνάς κυνηγημένος από τις Ερινύες για το φόνο της μητέρας του. Η Αθηνά ορίζει ορκωτούς δικαστές για να εκδικάσουν την υπόθεση. Επειδή υπάρχει ισοψηφία η Αθηνά ρίχνει την ψήφο της υπέρ του Ορέστη και έτσι αυτός αθωώνεται. Στον αγώνα λόγων μεταξύ Αθηνάς και Ερινύων, η Αθηνά προσπαθεί να τις μεταπείσει να μην κάνουν κακό στην πόλη με ανταπόδοση τιμών και προσευχών από τους ανθρώπους «κάτω από τον λαμπρό ήλιο» και τις ονομάζει Ευμενίδες «στο φαιδρό σέλας του ήλιου», 7:10, ακριβώς τη στιγμή που ξεπροβάλλει ο ήλιος από ψηλά και φωτίζει αχνά την αριστερή πλευρά του προσώπου της Αθηνάς, διαγράφοντας μια φωτεινή δέσμη φωτός στον στίβο του Σταδίου. Ένας χορός σκοτεινών, μανιασμένων και βδελυρών θεών αναγεννάται σε ένα χορό φωτεινών και ευσπλαχνικών  δυνάμεων μέσα στο λαμπρό φως του ανατέλλοντος ηλίου, που δυναμώνει αργά αργά, καθώς χαϊδεύει τρυφερά το πρόσωπο της ηθοποιού, ενώ ένα σμάρι πουλιών «απογειώνεται» από τα κλαδιά ενός δένδρου πετώντας προς τον ορίζοντα. Μια στιγμή μαγική. Χωρίς ίχνος ψευδαίσθησης. Κάτι ζωντανό γεννιέται μπροστά στα έκπληκτα μάτια των θεατών, μέσα στην αγκαλιά της φύσης.

Το όλο εγχείρημα, ένα παράτολμο στοίχημα το οποίο κέρδισε επάξια η Στεφανία Γουλιώτη, συνεπικουρούμενη από την εύστοχη μουσική δραματουργία του Δημήτρη Καμαρωτού και την έξοχη και ποιητικότατη μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη, εισπράττοντας ως επιβράβευση την «ανταποδοτική» δύναμη του τοπίου και την αποδοχή του «ξαγρυπνήσαντος» κοινού με το ενθουσιώδες και παρατεταμένο χειροκρότημά του. 

ΣΤΕΦΑΝΙΑ ΓΟΥΛΙΩΤΗ

Συντελεστές:

Μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης
Σύλληψη – Ερμηνεία: Στεφανία Γουλιώτη
Μουσική Δραματουργία – Εκτέλεση: Δημήτρης Καμαρωτός
Καλλιτεχνική συνεργασία: Σύλβια Λιούλιου – Γιώργος Κριθάρας
Σκηνικός Χώρος: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Τεχνική Αλεξάντερ: Βίκυ Παναγιωτάκη
Βοηθός Σκηνογράφου: Ευγενία Μακρόγλου
Φωτογραφίες παράστασης: Άρης Καμαρωτός
Εκτέλεση παραγωγής: POLYPLANITY Productions / Γιολάντα Μαρκοπούλου & Βίκυ Στρατάκη

 

error: Content is protected !!