Skip to main content
Το μυθιστόρημα του Στρατή Μυριβήλη “Η Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια” σκηνοθετεί στο Θέατρο Βέμπο ο Πέτρος Ζούλιας. Ο συγγραφέας ξεκίνησε να γράφει το έργο στη Μυτιλήνη το Δεκέμβριο του 1931 κατά παραγγελία της εφημερίδας “Καθημερινή”, στην οποία και δημοσιεύθηκε σε συνέχειες μέχρι το Μάιο του επόμενου χρόνου πριν κυκλοφορήσει ως αυτόνομο βιβλίο το 1933. Η επιτυχία της δεύτερης έκδοσης της “Ζωής εν Τάφω”, της οποίας αποτελεί και συνέχεια, έγινε το εφαλτήριο για το μυθιστόρημα αυτό. Το 1979 η ΕΡΤ το έκανε τηλεοπτική σειρά 14 επεισοδίων σε σκηνοθεσία Κώστα Αριστόπουλου και σενάριο Μαργαρίτας Λυμπεράκη με την Κάτια Δανδουλάκη και τον Γιάννη Φέρτη στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Λεωνής Δρίβας γυρίζει στην πατρίδα του, τη Μυτιλήνη, μετά την ήττα του Ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία, με νωπά τα τραύματα από τη φρικαλεότητα αυτών που έζησε και αντίκρισε στα πεδία των μαχών. Έχει αναλάβει την υποχρέωση να παραδώσει στη γυναίκα του Βρανά, αδερφικού φίλου και συμπολεμιστή του ο οποίος έπεσε στη μάχη, τα τελευταία του κειμήλια. Ο Λεωνής προσπαθεί μέσα από τη ζωγραφική να ξεπεράσει τους εφιάλτες του πολέμου που έζησε κι έχει μοναδικό του ψυχολογικό στήριγμα την αδερφή του. Η χήρα, η Σαπφώ Βρανά, είναι δασκάλα στο χωριό και αποτελεί τον διακαή ερωτικό πόθο όλων σχεδόν των αρσενικών. Από τη γοητεία της δεν ξεφεύγει ούτε ο Λεωνής, ο οποίος από τη μία πλευρά νιώθει μια ακατανίκητη έλξη προς αυτήν, ενώ από την άλλη υπάρχει η μνήμη του νεκρού του φίλου να στοιχειώνει τους μύχιους πόθους του. Το αίσθημα των δύο νέων είναι αμοιβαίο και εξελίσσεται σε ένα πάθος, το οποίο έχει να αντιμετωπίσει τα συντηρητικά ήθη του χωριού, την κλειστή κοινωνία και τα κουτσομπολιά που είναι πολλά και συνεχή. Παράλληλα, οι έριδες μεταξύ των κατοίκων είναι αρκετές και έντονες, με τα πολιτικά θέματα να δημιουργούν συγκρούσεις, όπως και η αναδιανομή των γαιών και του πλούτου μεταξύ ντόπιων και προσφύγων. Τη διασκευή του αρχικού κειμένου έκανε ο ίδιος ο σκηνοθέτης.
η δασκάλα
Ο Πέτρος Ζούλιας στη σκηνοθετική καθοδήγηση της παράστασης επιχειρεί να αποτυπώσει τον κοινωνικοπολιτικό καμβά της εποχής και μέσα σ’ αυτόν να αναπτύξει τις προσωπικές ιστορίες του κάθε χαρακτήρα με έμφαση στον αμοιβαίο έρωτα των δύο νέων ανθρώπων. Η εισαγωγική σκηνή περιλαμβάνει τόσο την αφήγηση κάποιων γεγονότων, όσο και μια προσπάθεια “τεκμηρίωσης” της βαθιάς και αδερφικής σχέσης των δύο στρατιωτών, του Δρίβα και του Βρανά. Η πρώτη όμως γίνεται με έναν γραμμικό και κουραστικό τρόπο, η δε δεύτερη εξαντλείται σε φωνές και εντάσεις μεταξύ τους που μπορεί εν μέρει να δικαιολογούνται από το γεγονός ότι είναι τραυματισμένοι (με το Βρανά ακρωτηριασμένο κι ετοιμοθάνατο), αλλά δε δίνει βάθος και ουσία στη σχέση. Το ομοφυλοφιλικό στιγμιότυπο δύο άλλων στρατιωτών στο νοσοκομείο είναι ατυχές και παλιομοδίτικο και πιθανώς χωρίς καν λόγο ύπαρξης. Η συνάντηση των δύο νέων γίνεται σε ένα πλαίσιο αμοιβαίας αδιαφορίας και φαίνεται διεκπεραιωτική. Αλλά και η εξέλιξή της δε χρήζει καλύτερης μεταχείρισης. Η αλλαγή των προθέσεών τους, η ανάπτυξη ερωτικού πάθους μεταξύ τους και οι ευκαιρίες τους να συναντηθούν μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα του χωριού υπάρχουν, αλλά εκδηλώνονται επιφανειακά, σχηματικά και χωρίς τα σώματα να συνοδεύουν το λόγο, αλλά να κρατιούνται παγωμένα και σε απόσταση. Η προσπάθεια στρατολόγησης του Δρίβα από τους Κομμουνιστές (σημειωτέον ο Μυριβήλης έχει αρκετές αντικομμουνιστικές αναφορές στα έργα του) παρουσιάζεται ως μια τυχαία, χαλαρή κουβέντα δύο νεαρών στην παραλία, ενώ η σύγκρουση των αρχών με τους ακτήμονες εξαντλείται σε φωνητικές κορώνες και καμία ουσιαστική αναφορά στα πραγματικά προβλήματα των ακτημόνων και των προσφύγων. Επιπρόσθετα, η σχεδόν συνεχής παρουσία του (νεκρού) Βρανά στα ερωτικά τετ α τετ της Σαπφούς με το Λεωνή, δε δημιουργεί κλίμα ενοχών, αλλά μάλλον εκνευρίζει με την αδικαιολόγητη επαναληπτικότητά της. Η ελάχιστη χημεία μεταξύ των ηθοποιών που συγκροτούν σκηνικά ζευγάρια, δημιουργεί χαμηλών εντάσεων συναίσθημα και δίνει τη χαριστική βολή σε ένα εγχείρημα που απογυμνώνεται από τους στόχους του και φλερτάρει με μία άνευρη υπερπαραγωγή. 
Η ΔΑΣΚΑΛΑ
Η Λένα Παπαληγούρα στο ρόλο της Σαπφούς, της χήρας του Βρανά, έχει να αναμετρηθεί με τις αντιθέσεις που κρύβει μέσα της η ηρωίδα του Μυριβήλη. Από τη μία πλευρά ένα θηλυκό αγρίμι που έχει πολλές ανοιχτές πληγές από την προηγούμενη ζωή της και ανικανοποίητες βασικές της επιθυμίες και από την άλλη μια γυναίκα ευάλωτη που αποτελεί ταυτόχρονα ερωτικό μήλον της έριδος, αλλά και αντικείμενο χλεύης στο χωριό. Οι εκφράσεις και το βλέμμα της καθρεφτίζουν όλη την εσωτερική της αγωνία, κινείται σαν αερικό, ενώ το σκηνικό της στήσιμο αποτυπώνει μια ευάλωτη νεαρή γυναίκα, αλλά με αρκετό (απελπισμένο) πάθος μέσα της. Χωρίς ερμηνευτικές υπερβολές, καταφέρνει να υποκινήσει συναίσθημα στο θεατή και να τον κάνει κοινωνό του ταραγμένου εσωτερικού της κόσμου. Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης υποδύεται το Λεωνή Δρίβα, τον έφεδρο ανθυπολοχαγό που γυρίζει στην πατρίδα του με εκτεταμένα ψυχικά τραύματα και προσπαθεί να επανέλθει σε ένα φυσιολογικό ρυθμό ζωής. Η ψυχολογική του σύγχυση αναλώνεται σε συχνές και αχρείαστες φωνητικές εκρήξεις, μένοντας σε μία πρώτη, επιφανειακή προσέγγιση του ρόλου του, ενώ και η συχνά νευρική του κίνηση δε δένει αρμονικά με το λόγο του. Αντίστοιχη και η χημεία με τη συμπρωταγωνίστριά του, για την οποία δεν με έπεισε ότι ένιωθε βαθύ κι έντονο ερωτικό πόθο, κινούμενος σε μάλλον ρηχά νερά, κρατώντας μια αποστασιοποίηση από το σύμπαν του χαρακτήρα του. Λίγο καλύτερη ήταν η σκηνική του σχέση με την αδερφή του. Η Γιούλικα Σκαφιδά ερμηνεύει την Ανδριανή, αδερφή του Λεωνή. Απλή και λιτή στη χρήση των εκφραστικών της μέσων, αλλά και ουσιαστική και ισορροπημένη στην κλιμάκωση των συναισθημάτων της, δημιουργεί μια ηρωίδα προσιτή, αυθεντική και ανθρώπινη, που αγγίζει ευαίσθητες χορδές του κοινού. Ο Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης παίζει το Βρανά, φίλο και συμπολεμιστή του Λεωνή και σύζυγο της Σαπφούς. Στην αρχική σκηνή των δύο αντρών στο νοσοκομείο βασίζει κι αυτός την ερμηνεία του στην υπερβολή, κάνοντας τις σχέσεις του, αλλά και το πάθος του για τη γυναίκα του γραμμικά και χωρίς αληθοφάνεια. Η επαναλαμβανόμενη φυσική του παρουσία (αν και νεκρός) στα τετ α τετ Λεωνή-Σαπφούς με κούρασαν και δεν είχε τη λειτουργικότητα που είχε στο νου του ο σκηνοθέτης. Ο Γιώργος Κωνσταντίνου στο ρόλο του Δημάρχου δημιουργεί μια συμπαθή και συμβιβαστική φιγούρα τοπικού άρχοντα της εποχής και συνδυάζει την ευγενική φυσιογνωμία με την πραότητα του λόγου του, χρησιμοποιώντας ευεργετικά την εμπειρία του. Η Χριστίνα Τσάφου είναι η κυρία του Δημάρχου, σε ένα χαρακτήρα που της είναι γνώριμος από αντίστοιχους τηλεοπτικούς ρόλους και αν και πατά ερμηνευτικά σε ευκολίες δένει αρμονικά με τον επί σκηνής σύζυγό της. Ο Γιώργος Γιαννόπουλος υποδυόμενος έναν παράγοντα του χωριού με μεγάλη οικονομική επιφάνεια που έχει συνηθίσει να λύνει τα προβλήματά του στο παρασκήνιο, έδωσε μια ερμηνεία επίπεδη, αναμενόμενη, γεμάτη πολυπαιγμένα κλισέ και στερούμενη παντελώς φαντασίας. Ο Μιχάλης Λεβεντογιάννης ως γιος του Δημάρχου δεν υποστήριξε ούτε στο ελάχιστο το ιδεολογικό υπόβαθρο, εκφραστής του οποίου είναι (στο αρχικό κείμενο) ο χαρακτήρας του, σε μια ερμηνεία διεκπεραιωτική. Αξιοπρόσεκτη και αρκούντως πειστική είναι η εμφάνιση του Στράτου Μερμήγκη ως γέρου που διαφθείρει την ψυχοκόρη του Δημάρχου και στη συνέχεια προσφέρεται να την παντρευτεί και να την αποκαταστήσει. Αλίκη Ζαχαροπούλου και Άννα Κωνσταντίνου ερμηνεύουν με συνέπεια και σκηνική άνεση τις δύο κόρες του Δημάρχου, ανάμεσα στις οποίες υποβόσκει ένας ερωτικός ανταγωνισμός. Στο ρόλο του δάσκαλου του χωριού ο Αλμπέρτο Φάις, μια φιγούρα συμβιβασμένη με τις αδυναμίες και τις ανασφάλειές της. Ντίνος Σπυρόπουλος, Πατρίκιος Κωστής, Αλεξία Μουστάκα, Χρήστος Ζαχαριάδης, Ευφροσύνη Σακελλαρίου, Βασίλης Λέμπερος, Βαγγέλης Κρανιώτης, Όλγα Σκιαδαρέση και Ανδρέας Λόντου συμπληρώνουν σε αρκετούς μικρούς ρόλους το ερμηνευτικό παζλ της παράστασης.
Η ΔΑΣΚΑΛΑ
Ο σκηνικός χώρος της Αθανασίας Σμαραγδή προσπαθεί να δημιουργήσει διαφορετικά επίπεδα σκηνικής δράσης, κάτι το οποίο σε κάποιες περιπτώσεις είναι λειτουργικό (για παράδειγμα στο νοσοκομείο) και αλλού χωρίς βάθος και φαντασία (όπως για παράδειγμα στην παραλία). Τα κοστούμια της Ντένης Βαχλιώτη αποτύπωσαν με πιστότητα τόσο την εποχή που εκτυλίσσεται η δράση, όσο και την ταξική διαστρωμάτωση των διαφόρων χαρακτήρων του χωριού. Η μουσική της Ευανθίας Ρεμπούτσικα κινείται σε μουσικά μονοπάτια που θυμίζουν έντονα παλαιότερο κινηματογραφικό soundtrack της ίδιας και μοιάζει αταίριαστη σε κάποιες εικόνες της παράστασης (όπως για παράδειγμα στη σύγκρουση των αρχών με τους ακτήμονες της περιοχής). Τους φωτισμούς επιμελήθηκε ο Λευτέρης Παυλόπουλος, που κράτησε τις ισορροπίες στην ατμόσφαιρα των σκηνικών εικόνων εστιάζοντας σωστά στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών και τονίζοντας τις εντάσεις μεταξύ τους. Η χορογραφία του Φώτη Διαμαντόπουλου συντονίστηκε στον τόνο των κοινωνικών εκδηλώσεων στα σπίτια της εποχής. Τις προβολές video επιμελήθηκε ο Κάρολος Πορφύρης
Συμπερασματικά, στη σκηνή του Θεάτρου Βέμπο, παρακολούθησα μια παράσταση που βασίστηκε σε ένα από τα γνωστότερα λογοτεχνικά έργα της δεκαετίας του ’30, το οποίο όμως δεν κατάφερε να αποδώσει με ακρίβεια τον ιδεολογικό, κοινωνικοπολιτικό και συναισθηματικό πλούτο του αρχικού κειμένου. Τη χλιαρή διασκευή συνόδευσε μια μάλλον άνευρη σκηνοθετική προσέγγιση, που προτίμησε μια επιφανειακή ανάγνωση, παρά μια βαθύτερη και ουσιαστική απόδοση των νοημάτων και του σκοτεινού σύμπαντος του Μυριβήλη. Ο θίασος με ετεροβαρείς ερμηνείες, κάποιες δυνατές, με συναίσθημα και πάθος και άλλες χωρίς ψυχή συμπληρώνουν την εικόνα μιας θεατρικής πρότασης με κάποιο ενδιαφέρον που όμως δεν αφήνει ικανοποιητική τελική αίσθηση στο θεατρόφιλο.     
error: Content is protected !!