Skip to main content
Ένα από τα γνωστότερα κείμενα του Γάλλου φιλόσοφου και συγγραφέα, τιμημένου το 1957 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, Αλμπέρ Καμύ (Albert Camus), με τίτλο “Η Πανούκλα” (La Peste) σκηνοθετεί στο Θέατρο 104 η Σοφία Καραγιάννη. Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1947. Ο γιατρός Ριέ βρίσκει ένα νεκρό αρουραίο στο διάδρομο του κτιρίου όπου μένει και το αναφέρει στο θυρωρό, ο οποίος τον καθησυχάζει λέγοντάς του ότι μάλλον πρόκειται για κακόγουστη φάρσα. Όταν το φαινόμενο επαναλαμβάνεται και οι νεκροί αρουραίοι πολλαπλασιάζονται κατακλύζοντας την πόλη, ο γιατρός, αλλά και οι υπόλοιποι κάτοικοι της πόλης αρχίζουν και συνειδητοποιούν ότι πλέον δεν πρόκειται για ένα τυχαίο γεγονός, αλλά για μια επιδημία. Ο ιός αρχίζει να μεταδίδεται και στους ανθρώπους, με αποτέλεσμα όλο και περισσότεροι από αυτούς να κολλούν, να νοσούν και να πεθαίνουν, φέρνοντας στην πόλη σε συνθήκες πρωτόγνωρες που τείνουν να γίνουν ανεξέλεγκτες. Οι άνθρωποι φοβούνται, απομονώνονται και έρχονται αντιμέτωποι πέρα από την αρρώστια, με τη μοναξιά και το φόβο του θανάτου. Ο γιατρός προσπαθεί πέρα από το να σώσει όσους συμπολίτες του μπορεί, να κινητοποιήσει τις αρχές και τους θρησκευτικούς και πολιτειακούς ηγέτες για να αντιμετωπιστεί συντονισμένα και αποτελεσματικά η κρίση που έχει δημιουργηθεί. Όσο εξαπλώνεται η ασθένεια, τόσο αυξάνεται η ένταση του πανικού και της απελπισίας που κυριαρχεί και ο θάνατος γίνεται το καθημερινό θέμα συζήτησης όλων. Η μετάφραση και η δραματουργική επεξεργασία του κειμένου έγινε από τη σκηνοθέτιδα και το Μιχάλη Βραζιτούλη και είναι πιστή στο πνεύμα του πρωτοτύπου, ακριβής και χωρίς να παραλείπει τίποτε από τη φιλοσοφική εμβάθυνση του συγγραφέα.
Η ΠΑΝΟΥΚΛΑ
Η Σοφία Καραγιάννη σκηνοθετεί το θεατρικό αυτό εγχείρημα επιχειρώντας να αναδείξει τη διαχρονικότητα του κειμένου και των συμβολισμών του, αλλά και να εμβαθύνει στα καίρια ερωτήματα που θέτει ο συγγραφέας για τον άνθρωπο με την αφορμή της επιδημίας. Δεν είναι εύκολο να προσδώσεις θεατρικότητα σε ένα παρόμοιο κείμενο και σε αυτήν την κατεύθυνση επιστρατεύονται τόσο η κίνηση όσο και η μουσική για να συνεπικουρήσουν το λόγο και να φτάσει ευκολότερα στο θεατή. Με τα ποντίκια να είναι τα πρώτα που πλήττονται θανάσιμα από την αρρώστια, οι άνθρωποι ακολουθούν, νιώθοντας όμως παγιδευμένοι (σαν τα ποντίκια), ενώ μπαίνουν στα σπίτια τους και βγαίνουν από αυτά μέσα από μια στενή και χαμηλή (σαν ποντικότρυπα) δίοδο στην άκρη της σκηνής. Οι ψίθυροι που ακούγονται στη ροή κάποιων σκηνών για κάποιους γνωστούς ή φίλους που “έφυγαν” εξαιτίας της αρρώστιας, θυμίζουν έντονα καθημερινές συζητήσεις όλων μας, ζωντανές ή τηλεφωνικές, με φίλους ή συγγενείς στη διάρκεια της καραντίνας. Παρ’ όλη τη διαχρονικότητα του κειμένου, που κάποιες στιγμές μοιάζει να γράφτηκε τον τελευταίο χρόνο, η σκηνοθέτις δεν πέφτει στην παγίδα του να το προσαρμόσει στο απόλυτο σήμερα και να προσθέσει συζητήσεις περί εμβολίων ή άλλων παρόμοιων θεμάτων, αλλά προτιμά να εμβαθύνει στα φιλοσοφικά θέματα που θέτει ο συγγραφέας μέσα στο κείμενό του. Η μοναξιά, η αποξένωση, η προσμονή ενός (πιθανού) θανάτου, η αλαζονεία της εξουσίας θίγονται μέσα από το πρίσμα μιας ακραίας κατάστασης που δημιουργεί πρωτόγνωρες ανάγκες και μας φέρνει πολύ κοντά στα όρια των εσωτερικών μας φόβων και φοβιών. Η ανθρωπιά δε λείπει, καθώς αυτήν αντιπροσωπεύει και γι’ αυτήν μάχεται ο γιατρός Ριέ. Η αρρώστια αποκτά πρόσωπο σε ένα χαρακτήρα-άγγελο του ιού, ο οποίος συνδυάζει την οξύτητα του λόγου του με μια κωμική αμφίεση και μία σχεδόν μπουφόνικη κίνηση, δημιουργώντας μια σκοτεινή και μοχθηρή φιγούρα, σαν έναν εφιάλτη που καταδιώκει τα όνειρά μας. Η αφήγηση εναλλάσσεται με τις εικόνες, κρατώντας το ρυθμό της παράστασης ζωντανό, δυναμικό, με ροή που δεν κουράζει το θεατή, αλλά διατηρεί το ενδιαφέρον του ως το τέλος. Η χημεία των ηθοποιών στη σκηνή ήταν σε υψηλό επίπεδο, αν και κάποιες φορές η ένταση της μουσικής “σκέπασε” κάποια από τα λόγια. Δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη η ειρωνεία του τραγουδιού (You are my sunshine, my only sunshine) που τραγουδά με εμφανώς περιπαικτική διάθεση ο ηθοποιός που ερμηνεύει τον ιό σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του έργου, αλλά ούτε και τα άδεια ζευγάρια παπούτσια που γεμίζουν σταδιακά τη σκηνή, εντείνοντας τη συναισθηματική φόρτιση.
Η ΠΑΝΟΥΚΛΑ
Ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης στο ρόλο του γιατρού Ριέ, δίνει μια ρεαλιστική ερμηνεία που έχει όλα εκείνα τα στοιχεία της αποφασιστικότητας και της επιμονής του γιατρού που αποτελεί τη γραμμή άμυνας απέναντι στον ιό, αλλά και της αδυναμίας και απογοήτευσης του ανθρώπου που δεν μπορεί να κάνει όλα όσα θα ήθελε για την πλήρη αναχαίτισή του. Ο λόγος του καθαρός και ευθύς, η κίνησή του άλλοτε δυναμική και έντονη και άλλοτε ασταθής και με σημάδια παραίτησης, ενώ η όλη του σκηνική παρουσία είχε μέτρο και συνέπεια, δείχνοντας να έχει κατανοήσει τις λεπτές ισορροπίες του χαρακτήρα του. Ο Κωνσταντίνος Πασσάς υποδύεται διάφορους χαρακτήρες στη διάρκεια της παράστασης και σε όλους παρουσιάζει κάτι διαφορετικό, αποδεικνύοντας το εύρος της ερμηνευτικής του γκάμας. Είναι μεταξύ άλλων ο λαϊκός και έκπληκτος θυρωρός της πολυκατοικίας, ο παπάς που προσπαθεί να γίνει πνευματικός καθοδηγητής, αλλά και αποκούμπι του πόνου, αλλά και ο αλαζονικός και αδιάφορος Νομάρχης που νιώθει την εξουσία του να απειλείται, αλλά αδυνατεί να αφουγκραστεί την πραγματικότητα και να δώσει λύσεις στα προβλήματα. Ο Δημήτρης Μαμιός είναι ο άγγελος του ιού, η αρρώστια προσωποποιημένη, το μοχθηρό και νοσηρό σύμπαν που μάχεται τη συνείδηση και τους εκφραστές της. Επιστρατεύει όλα του τα εκφραστικά μέσα (λόγος, γκριμάτσες, κίνηση), τα συνδυάζει αρμονικά και αποδίδει εξαιρετικά ένα γκροτέσκο γελωτοποιό που γελοιοποιεί το ίδιο το σύστημα, χωρίς να καταφύγει στην υπερβολή, ή στην εύκολη καρικατούρα. Τους ηθοποιούς συνόδευσε ζωντανά στη σκηνή ο Στάθης Δρογώσης με τη μουσική του (σε κάποιες παραστάσεις τη μουσική παίζει η Ευσταθία Λαγιόκαπα) έχοντας ενεργή συμμετοχή στην κίνησή τους, αλλά και υπογραμμίζοντας τις εντάσεις του έργου.
Η ΠΑΝΟΥΚΛΑ
Ο σκηνικός χώρος με την επιμέλεια της Κωνσταντίνας Κρίγκου είναι λιτός και λειτουργικός, με μια ποντικότρυπα στην άκρη της σκηνής να γίνεται το σημείο εισόδου των ηθοποιών στη σκηνή και της εξόδου τους από αυτή. Επιτρέπει την άνετη και σχεδόν συνεχή κίνηση των ηθοποιών, ενώ τα παπούτσια που κατακλύζουν το χώρο προς το τέλος αποτελούν μία πικρή υπενθύμιση του περάσματος του θανάτου από την πόλη, ενώ γίνονται και το “υλικό” του μνημείου της εικόνας του τέλους. Τα κοστούμια της ίδιας σχεδιάστηκαν ώστε να μην τραβούν το μάτι του θεατή, πλην της αμφίεσης του Δημήτρη Μαμιού που είναι επιδεικτικά διαφορετική και μοιάζει με φιγούρας του βωβού κινηματογράφου. Η μουσική του Στάθη Δρογώση όπως προείπα παίζει ενεργό ρόλο στη ροή του έργου, ενώ η κίνηση της Μαργαρίτας Τρίκκα συνοδεύει την αφήγηση και τα γεγονότα και τα συμπληρώνει αρμονικά, μην αφήνοντας το θεατή να πλήξει ούτε μία στιγμή. Οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου είναι μουντοί, αφήνοντας τις σκιές να επικρατούν στο χώρο και επιτείνοντας τον υφέρποντα φόβο και την αγωνία των ηρώων.

Συμπερασματικά, στη σκηνή του Θεάτρου 104, παρακολούθησα μια παράσταση ενός σημαντικού κειμένου, το οποίο ευτύχησε στο συγκεκριμένο ανέβασμά του, καθώς η ουσία και τα νοήματά του μένουν αναλλοίωτα. Ζωντανό και επίκαιρο σα να γράφτηκε χτες, προσιτό και κατανοήσιμο, με γρήγορους ρυθμούς, εικόνες που εναλλάσσονται με την αφήγηση, συνομιλεί με το θεατή και τον κεντρίζει πέρα από τη θεατρική του τέρψη να σκεφτεί και να αναλογιστεί τις (πολλές) ομοιότητες με το σήμερα. Λόγος, κίνηση και μουσική συνδυάζονται αρμονικά, με ελάχιστες αδύναμες στιγμές, για να αφήσουν μια δυναμική και αισιόδοξη τελική αίσθηση. Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι δουλεμένες στη λεπτομέρεια, έχοντας πολύ καλή χημεία στη σκηνή και αξιοποιώντας σε πολύ σημαντικό βαθμό τις δυνατότητές τους. Μία παράσταση που εν τέλει αποτελεί μια εξαιρετική πρόταση για θεατρική έξοδο.  

 
error: Content is protected !!