Skip to main content
Το έργο του Ιταλού συγγραφέα Στέφανο Μασσίνι (Stefano Massini) με τίτλο “Η Τριλογία των Λήμαν Μπράδερς” (Qualcosa sui Lehman-The Lehman Trilogy) σκηνοθετεί στο Θέατρο Ιλίσια ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος. Έκανε πρεμιέρα στην Comédie de Saint-Étienne το 2013, ενώ στο Μιλάνο ανέβηκε στο Piccolo Teatro το 2015. Στο Λονδίνο παίχτηκε για πρώτη φορά τον Ιούλιο του 2018 στη σκηνή Lyttelton του Εθνικού Θεάτρου της Αγγλίας, ενώ ως βιβλίο κυκλοφόρησε το 2016. Αφηγείται την ιστορία των αδερφών Λήμαν και των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων από το 1844 που ο πρώτος αδερφός, ο Χέιγιουμ (που μετονομάστηκε σε Χένρυ), πάτησε το πόδι του στην Αμερική, προερχόμενος από μία μικρή πόλη της Βαυαρίας, μέχρι την οριστική κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού κολοσσού με το όνομά τους το 2008. Ο πρώτος αδερφός ανοίγει ένα μικρό κατάστημα υφασμάτων στην Αλαμπάμα κι εκεί τον βρίσκουν τα αδέρφια του, ο Μέντελ (που έγινε Εμάνιουελ) και ο Μάγιερ, οι οποίοι συνεργάζονται μαζί του, ώστε να προκύψει η εταιρεία των αδερφών Λήμαν. Από τα υφάσματα η εταιρεία πέρασε στο εμπόριο βάμβακος, ενώ στη συνέχεια ασχολήθηκε με τον καφέ, τους σιδηροδρόμους, τον καπνό, το κάρβουνο, την κατασκευή της διώρυγας του Παναμά, μέχρι να μεταπηδήσουν τελικά στην τραπεζική δραστηριότητα και το εμπόριο χρήματος, που έγινε και το σήμα κατατεθέν τους. Από την Αλαμπάμα μέχρι τη Νέα Υόρκη και στη συνέχεια σε ολόκληρη την Αμερική και τον κόσμο, η μετάβαση αυτή δε θα είναι εύκολη, ούτε χωρίς κόστος για τους πρωταγωνιστές της. Η εναλλαγή των γενεών τους αποκόπτει σιγά σιγά από τις ρίζες και τις εβραϊκές τους συνήθειες, τους κάνει Αμερικανούς πολίτες, τους αλλοιώνει ηθικά και πνευματικά και με το θάνατο του τελευταίου Λήμαν γίνεται έρμαιο στα χέρια φιλόδοξων διευθυντών και στελεχών. Η κατάρρευσή τους συμπίπτει με την έναρξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Η μετεξέλιξη της αρχικής οικογενειακής επιχείρησης στον οικονομικό κολοσσό παρακολουθεί τις πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις της κάθε εποχής, βασίζεται στην εκμετάλλευση των ευκαιριών που παρουσιάζονται και άλλοτε με επινοητικότητα και άλλοτε με τύχη η πορεία είναι γενικά ανοδική. Η μετάφραση είναι της Κοραλίας Σωτηριάδου (σε συνεργασία με την Αγγελική Κοκκώνη) και δεν είχε προβλήματα ροής και συνέχειας του λόγου.
Η τριλογία των Λήμαν Μπράδερς
Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος σκηνοθετεί την παράσταση υιοθετώντας την αφηγηματική υφή της και μάλιστα σε τρίτο πρόσωπο και διανθίζοντάς την με κάποιους εμβόλιμους διαλόγους, συχνά κωμικούς, για να αποφύγει (κατά το δυνατό) μια μονοδιάσταστη παρουσίαση που θα κούραζε γρήγορα. Οι ημερομηνίες που αναφέρονται πολλές, με κάποιες να είναι χρήσιμες γιατί συμπίπτουν με κάποια πολιτικοκοινωνικά γεγονότα (αμερικάνικος εμφύλιος, παγκόσμιοι πόλεμοι, το οικονομικό κραχ του 1929), ενώ κάποιες άλλες είναι μάλλον περιττές και θα μπορούσαν να αποφευχθούν. Παράλληλα με την άνθηση και την εξέλιξη της εταιρείας εκτυλίσσονται και οι προσωπικές ιστορίες των τριών αδερφών και των διαδόχων τους, συχνά με κάποιους “χαριτωμένους” διαλόγους μεταξύ των ηθοποιών και κωμικές “τσαχπινιές”, που ναι μεν έχουν ενδιαφέρον και δίνουν έναν καλύτερο και πιο χαρούμενο μομέντουμ στο έργο, αλλά δεν καταφέρνουν να επιπλεύσουν για πολύ, βαλτώνουν και τελικά παρασύρονται και χάνονται στη συχνά χαοτική αφήγηση και εξιστόρηση. Χαρακτήρες υπάρχουν, αλλά δε δομούνται, δε διαμορφώνονται, με τα χαρακτηριστικά τους απλά να αναφέρονται ακροθιγώς, όπως ακριβώς σχολιάζεται και η βαθμιαία αλλοίωση της εβραϊκής τους ταυτότητας, με την αμερικανοποίηση των ηρώων. Με παρόμοιο τρόπο και τα συναισθήματα περνούν σε fast forward, με ελάχιστα από αυτά να επικοινωνούν με το θεατή και να φτάνουν στην πλατεία, η οποία ακούει, βλέπει, αλλά νιώθει ελάχιστα. Η απληστία, ο αριβισμός, το συμφέρον και η αποκοπή από τις ρίζες, είναι πανταχού παρόντα και τελικά συνθλίβουν τις όποιες δευτερεύουσες ιστορίες, αλλά δεν στάθηκαν επαρκή για να κρατήσουν το ενδιαφέρον μου ζωντανό και να μου δημιουργήσουν προσμονή για τη συνέχεια. Την εγγενή φλυαρία των δύο πρώτων πράξεων, διαδέχεται μια βιασύνη στο τρίτο, ενδεικτική μιας κάπως άβολης προσπάθειας να μη χαθεί το όποιο ενδιαφέρον διατηρούσε το όλο εγχείρημα ως τότε. Μοναδικό΄σωσίβιο της παράστασης οι ερμηνείες των τριών ηθοποιών, που είχαν δυναμική, κίνηση, καθαρό λόγο και συνεργάστηκαν πολύ καλά στη σκηνή, αποδίδοντας με κέφι και διάθεση όλους τους χαρακτήρες, πρωτεύοντες ή δευτερεύοντες, αρσενικούς ή θηλυκούς, ενδιαφέροντες ή αδιάφορους.
Η τριλογία των Λήμαν Μπράδερς
Ο Αργύρης Ξάφης ερμηνεύει μεταξύ άλλων τον Εμάνιουελ Λήμαν, το δεύτερο από τους αδερφούς, με σωστή άρθρωση, παλμό και στιβαρότητα. Ο λόγος του έχει χρώμα, ένταση και εκτόπισμα, ενώ και η κίνησή του αποφεύγει τα περιττά και αποπνέει σιγουριά. Ο Μιχάλης Οικονόμου ξεδιπλώνει με άνεση την ποικιλία των εκφραστικών του μέσων και καταφέρνει να αποδώσει με φίνο τρόπο, τόσο τον ευέλικτο και έξυπνο νεαρότερο των Λήμαν, τον Μάγιερ, αλλά και τον αδυσώπητο τελευταίο Λήμαν, τον Μπόμπυ. Ο Μάκης Παπαδημητρίου παίζει αρχικά το Χένρυ Λήμαν, που φτάνοντας στην Αμερική δημιουργεί το πρώτο μαγαζάκι των αδερφών στην Αλαμπάμα και γίνεται ο κυματοθραύστης των δυσκολιών της οικογένειάς του, αλλά και ο θεματοφύλακας των παραδόσεών της. Παράλληλα με το σχεδόν κυνικό ήρωα που υποδύεται, η αμεσότητα και το έμφυτο κωμικό του ταμπεραμέντο τον κάνει ιδανικό εκφραστή των μικρών κωμικών διαλειμμάτων της αφήγησης. Η σκηνική χημεία των τριών είναι εξαιρετική, η κίνησή τους συμπληρώνει το λόγο τους και δημιουργούν ένα τρίο “χάρμα ιδέσθαι”. Τους ηθοποιούς συνοδεύει στο πιάνο, επί σκηνής, ο Θοδωρής Οικονόμου (σε εναλλαγή με το Δημήτρη Βεντουράκη).
Το σκηνικό της Ευαγγελίας Θεριανού είναι μάλλον λιτό και στατικό, αποτελούμενο από διαφόρων διαστάσεων κύβους (πάνω στους οποίους κάθονται ή κινούνται οι ηθοποιοί) και κάποια ομοιώματα από ουρανοξύστες στο βάθος και το οποίο καταλήγει να είναι στο μάτι του θεατή πληκτικό και αδιάφορο. Τα κοστούμια της Κλαιρ Μπρέισγουελ, μονόχρωμα, κομψά και αυστηρά, όπως ακριβώς θα ταίριαζαν σε φιλόδοξους επιχειρηματίες. Η επιμέλεια της κίνησης ανήκει στη Σεσίλ Μικρούτσικου και παίρνει ανεπιφύλακτα θετικό πρόσημο, δίνοντας ζωντάνια και δυναμική σε κάποιες σκηνές, ενώ επικουρεί επιτυχημένα το λόγο. Η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου είναι στο πνεύμα ενός σχεδόν συνεχούς μουσικού χαλιού κάτω από το λόγο, σε σημείο που άλλοτε ηχούσε αδιάφορα, ενώ σε κάποιες στιγμές καταντούσε κουραστική, έχοντας ελάχιστες κορυφώσεις. Τα βίντεο του Αποστόλη Κουτσιανικούλη προβάλλουν κάποια γεγονότα εποχής που συμπίπτουν χρονικά με την αφήγηση, ενώ οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη, σε κάποιες στιγμές έχαναν τους ηθοποιούς, ενώ σε άλλες προτίμησαν χωρίς ιδιαίτερο λόγο κάποια υποφωτισμένα πλάνα τα οποία με κούρασαν.
Συμπερασματικά, στη σκηνή του Θεάτρου Ιλίσια, παρακολούθησα μία παράσταση που βασίστηκε σε ένα αφηγηματικό τέμπο σε τρίτο πρόσωπο για να μας εξιστορήσει την ιστορία τριών αδερφών που μετανάστευσαν στην Αμερική και σχεδόν από το τίποτα δημιούργησαν μια οικονομική αυτοκρατορία, η οποία τελικά κατέρρευσε άδοξα. Η συνεχής παράθεση ημερομηνιών, προσώπων και γεγονότων και η σχεδόν πλήρης ανυπαρξία εικόνων, δε βοήθησαν καθόλου το ρυθμό, ο οποίος δεν είχε συνέχεια και συνέπεια, κούρασε, ενώ το ενδιαφέρον μου ως θεατής ατονούσε ολοένα και περισσότερο. Κάποιοι κωμικοί διάλογοι και οι πολύ καλές ερμηνείες των ηθοποιών έδωσαν κάποιες ενέσεις ζωντάνιας στο έργο, αλλά δε στάθηκαν ικανές να το σώσουν και να κάνουν ευχάριστη τη θεατρική μου βραδιά.         
error: Content is protected !!