Skip to main content
Το έργο του Ρώσου θεατρικού συγγραφέα Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ (Анто́н Па́влович Че́хов)Οι Τρεις Αδελφές” (Три сeстры) σκηνοθετεί στο Θέατρο Βεάκη ο Δημήτρης Καραντζάς. Γραμμένο το 1900, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο “Θέατρο Τέχνης” της Μόσχας το 1901 από τον Κονσταντίν Στανισλάφσκι. Στην Ελλάδα ανέβηκε για πρώτη φορά το 1932 σε μετάφραση της Γαλάτειας Καζαντζάκη, σκηνοθεσία του Σπύρου Μελά και πρωταγωνίστριες τις Κυβέλη, Μιράντα Μυράτ και Αλίκη Θεοδωρίδου-Νορ. Η οικογένεια Πραζόρωφ που αποτελείται από τρεις νεαρές κοπέλες, την Όλγα, τη Μάσα και την Ιρίνα, καθώς και τον αδερφό τους τον Αντρέι ζουν σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, όπου μετατέθηκε ο στρατιωτικός πατέρας τους. Ο θάνατος του πατέρα τους, ένα χρόνο πριν τους άφησε όλους εγκλωβισμένους εκεί να κάνουν σκέψεις και όνειρα για να επανέλθουν στην αγαπημένη τους Μόσχα από την οποία έχουν πολύ ευχάριστες αναμνήσεις. Η έλλειψη κοινωνικής και πνευματικής ζωής στη μικρή πόλη, καθώς και ενδιαφέρουσας διασκέδασης, τους κάνει όλους να πλήττουν αφόρητα, συναναστρεφόμενοι έναν πολύ κλειστό κύκλο ανθρώπων που αποτελείται από αξιωματικούς και παλιούς συναδέλφους του πατέρα τους. Η άφιξη του συνταγματάρχη Βερσίνιν τονώνει λίγο το σύμπαν της Μάσα, η οποία, αν και ήδη παντρεμένη, αφήνεται σε ένα (πλατωνικό) έρωτα μαζί του για να αποφύγει την πλήξη. Η μικρότερη αδελφή, η Ιρίνα, ενδίδει και αυτή στην πολιορκία του ερωτευμένου υπολοχαγού Τούζενμπαχ, προσπαθώντας να διασκεδάσει την ανία της και να κάνει πιο γλυκιά την αναμονή της Μόσχας. Μόνο η πιο μεγάλη αδελφή, η Όλγα, η οποία δουλεύει στο Γυμνάσιο της πόλης προσπαθεί να παραμείνει συγκεντρωμένη αποκλειστικά στο στόχο της επιστροφής. Ο Αντρέι ερωτευμένος με τη Νατάσα, την παντρεύεται, κάνουν μαζί κι ένα παιδί, αλλά ο γάμος τους αποδεικνύεται αποτυχημένος και καθώς δεν μπορούν να καλύψουν ο ένας τις συναισθηματικές ανάγκες του άλλου, μένει να ονειρεύεται μια θέση καθηγητή σε Πανεπιστήμιο της πρωτεύουσας, που θα του άνοιγε καινούργιες προοπτικές. Ο καιρός περνάει και δε συμβαίνει τίποτε αξιόλογο που θα ταράξει τα λιμνάζοντα νερά των πρωταγωνιστών. Τελικά, ο Βερσίνιν παίρνει νέα μετάθεση και αναχωρεί για αλλού, ο Τούζενμπαχ σκοτώνεται σε μονομαχία από τον ερωτικό του αντίζηλο (για την καρδιά της Ιρίνα), το Σολιόνι με τις τρεις κοπέλες και τον αδελφό τους να παραμένουν στο ίδιο μέρος, εγκλωβισμένοι από τις ίδιες τους τις επιθυμίες που δε θα μπορέσουν να κάνουν πράξη. Η μετάφραση είναι των Αλέξανδρου Ίσαρη και Γιώργου Δεπάστα και έχει ροή και καθαρότητα, με παρόντα όλο το νοηματικό πλούτο του αρχικού κειμένου. 
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ
Ο Δημήτρης Καραντζάς σκηνοθετεί την παράσταση, με τις τρεις βασικές ηρωίδες να μην είναι στη νεότητα που τις έχει τοποθετήσει ο συγγραφέας, αλλά σε μια παρόμοια στιγμή κάποιες δεκαετίες μετά, όπου έχει επέλθει μια ηλικιακή ωριμότητα και η εμφάνισή τους έχει σαφή πάνω της τα σημάδια της φθοράς του χρόνου, εξακολουθώντας όμως να μιλούν για το μέλλον τους και την αγαπημένη τους Μόσχα. Οι υπόλοιποι όμως χαρακτήρες παραμένουν στα ηλικιακά πρωτότυπα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια ανισορροπία στις σχέσεις τους με τις κοπέλες, αλλά και μια χρονική αναντιστοιχία. Ο ψυχισμός, οι επιθυμίες, τα όνειρα, τα αδιέξοδα και οι απογοητεύσεις παραμένουν αμετάβλητες, χωρίς όμως να τεκμηριώνονται και να δικαιολογούνται από τη νεότητα, αλλά ούτε να προκύπτουν ως απόσταγμα της ωριμότητας. Δεν υπάρχει ενθουσιασμός, δεν υπάρχει πλεονάζουσα ενέργεια, δεν υπάρχει δίψα, ίσως μόνο ένας κορεσμός και μία πικρή αυτολύπηση, που όμως δεν είναι αρκετά για να πείσουν για το λόγο που η σκηνοθετική οπτική προτίμησε μια πρόσθετη ουτοπία για να αποφύγει τις παγίδες της ρεαλιστικής φόρμας και να δώσει μια πιο φρέσκια και ενδιαφέρουσα εκδοχή στην ιστορία. Η αλληλεπίδραση των προσώπων είναι στεγνή, μηχανική, απογυμνωμένη σχεδόν πλήρως από το συναίσθημα και τη συγκίνηση, ενώ συχνά και ο λόγος ακούγεται ξύλινος, άδειος, χωρίς αντίκτυπο στο θεατή που τον ακούει. Η ελπίδα που σιγοκαίει σαν αναμμένος δαυλός στην ψυχή των κοριτσιών και τροφοδοτεί συνεχώς την ιδέα της επιστροφής στη Μόσχα μοιάζει πλέον με κλισέ γεμάτο ειρωνεία που έχει νομοτελειακά ακυρωθεί από την ίδια την πραγματικότητα. Κάποιοι χαρακτήρες φλερτάρουν με την υπερβολή και γίνονται καρικατούρες, ενώ κάποιοι άλλοι δείχνουν να μονολογούν αφηρημένα και χωρίς ουσία, γεγονότα που αφαιρούν από τη δυναμική των εικόνων, αλλά και την επιδραστικότητα του λόγου. Το σκηνικό με ένα γυμνό ξύλινο τοίχο με δύο εσοχές να διατρέχει το πλάτος της σκηνής ως επάνω, παραμένει άδειο στην αρχή και προετοιμάζει για την έντονη διάθεση φυγής της οικογένειας Πραζόρωφ, αλλά στην εξέλιξη της ιστορίας και τη ροή του χρόνου γεμίζει ασφυκτικά με πολλά και ετερόκλητα σκηνικά αντικείμενα, που ναι μεν δημιουργούν μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και μια αίσθηση διαρκούς αναβολής της αναχώρησης για τη Μόσχα (μπουκώνοντας όλο και περισσότερο το διαθέσιμο χώρο), αλλά αποτελούν τροχοπέδη στην αναπόσπαστη παρακολούθηση του λόγου από το θεατή και μια μάλλον ατυχή σύλληψη να σκαρφαλώνουν οι ηθοποιοί πάνω στα έπιπλα ενώ ερμηνεύουν. Η σχεδόν διαρκής συντριβή των τριών αδελφών, η οποία κλιμακώνεται έξυπνα γίνεται συνήθως γραμμικά, χωρίς να προκαλείται συναίσθημα και με μικρές ή μεγαλύτερες κωμικές πινελιές, που άλλοτε ταίριαξαν και άλλοτε όχι με τη ροή του λόγου. Το συναίσθημα αφυπνίζεται μόνο στην τελευταία πράξη του έργου με τις τρεις γυναίκες να χορεύουν σε μια αγκαλιά φορώντας τα παιδικά τους φορέματα, αφήνοντας μια όμορφη τελική επίγευση, αλλά χωρίς να μπορεί να υπερκαλύψει την προηγηθείσα νάρκη.
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ
Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στο ρόλο της Όλγα ξεκινά την ερμηνεία της από εμβρυακή στάση, σε μία από τις εσοχές του τοίχου, με μία βουβή πίκρα και τη στάση του σώματός της να προδίδει απογοήτευση, παραίτηση και ελάχιστα (αλλά υπαρκτά) αποθέματα υπομονής. Αποφεύγει τις φωνητικές και συναισθηματικές υπερβολές και εκρήξεις, αλλά ένιωσα να μην κλιμακώνει την εσωτερικότητα αυτή, ώστε να προκύψει αβίαστα η τελική σκηνή που κρύβει συγκίνηση και έντονη ψυχολογική φόρτιση. Η Μαρία Κεχαγιόγλου υποδύεται τη Μάσα και ισορροπεί μεταξύ του θυμού, του έρωτα και του πικρού χιούμορ, εξωτερικεύοντας μέρος της έντασής της, αλλά μην αφήνοντας την ηρωίδα της να κατακλυστεί από αυτή. Μοιάζει να έχει κάποια υπολείμματα διάθεσης να αντισταθεί στην επερχόμενη φθορά με δυνατότητα να συνδράμει τις αδελφές της, αλλά κάνει και πιο εκκωφαντική την τελική της παραίτηση σε σχέση με τις άλλες δύο. Η Αθηνά Μαξίμου έπαιξε την Ιρίνα, δίνοντας έμφαση στη νευρωτική πτυχή του χαρακτήρα της και σωματικοποιώντας πιο έντονα από τις αδελφές της τον εσωτερικό της πόνο και τις ψυχολογικές της εμμονές. Συγκεντρωμένη στις απαιτήσεις του ρόλου της και με λίγες αμήχανες στιγμές, κατάφερε να ανταποκριθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό στις λεπτές αποχρώσεις του. Ο Αιμίλιος Χειλάκης ερμήνευσε το Βερσίνιν με μία εξωτερική άνεση, δίνοντας μια αισιόδοξη νότα ελπίδας στην παράσταση, αλλά χωρίς να με πείσει ότι προχώρησε πίσω από αυτό το πρώτο επίπεδο του ήρωά του και ότι υπήρχε μεγαλύτερο βάθος στην απόδοσή του. Η Σύρμω Κεκέ ήταν η Νατάσα και καταφέρνει (και πάλι) να ξεχωρίσει σε ένα πιο δευτερεύοντα ρόλο, εξελίσσοντας εξαιρετικά τον χαμηλότονο στην αρχή χαρακτήρα της στα όρια μιας ιδιότυπης κωμικής υστερίας, ισορροπώντας τις σκοτεινές αποχρώσεις των τριών αδελφών. Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης ως Αντρέι, ο γιος (και θεωρητικά πλέον στυλοβάτης) της οικογένειας Πραζόρωφ, αποτυπώνει έναν φιλόδοξο, αλλά άτολμο χαρακτήρα που θέλει, αλλά δεν μπορεί να αναλάβει πρωτοβουλίες, ή να ξεφύγει από τα προσωπικά του αδιέξοδα. Με καλές στιγμές, αλλά και κάποια εύκολα στερεότυπα που δεν αποφεύχθηκαν. Ο Δημήτρης Πιατάς στο ρόλο του Τσεμπουτίκιν δημιούργησε μια συμπαθή πατρική φιγούρα στο πρώτο μέρος, χωρίς να αποφεύγει τη γνωστή φωνητική του μανιέρα, ενώ στο δεύτερο περιορίστηκε σε ένα εκνευριστικό και διαπεραστικό γέλιο το οποίο δοκίμασε την αντοχή μου ως θεατή. Ο Ορφέας Αυγουστίδης έπαιξε τον Τούζενμπαχ άνευρα και χωρίς εντάσεις, σε σημείο που η ερμηνεία του πέρασε σχεδόν απαρατήρητη και άφησε σχεδόν μηδενικό αποτύπωμα στη μνήμη μου. Η Υβόννη Μαλτέζου υποδύθηκε την ηλικιωμένη παραμάνα, την Ανφίσα, με μια αδικαιολόγητη υστερία και φωνητική ένταση που έκανε την ηρωίδα της μια κυριολεκτικά εκνευριστική καρικατούρα. Ο Σολιόνι του Αινεία Τσαμάτη είχε κάποια ίχνη προκλητικότητας και παράλογου στην ερμηνεία του, αλλά συνολικά αυτή μένει μετέωρη και ανολοκλήρωτη. Ο Γιάννης Κλίνης ήταν ο Κουλίγκιν, γειωμένος, απλός και χωρίς ερμηνευτικές ή φωνητικές ακροβασίες. Η Ευδοξία Ανδρουλιδάκη ερμηνεύοντας τον Φέραποντ, μια επίσης αστήρικτη (σκηνοθετικά) καρικατούρα και ο Νίκος Μάνεσης στο συμπαθή και σχετικά ισορροπημένο ανθυπολοχαγό Φεντότικ συμπλήρωσαν το παζλ των ηθοποιών της παράστασης.
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ
Το σκηνικό της Μαρίας Πανουργιά είχε μια αφαιρετική άποψη στην αρχή της παράστασης με τον 60s αισθητικής τοίχο να συνάδει με τη μονοτονία και την επιπέδωση που επικρατεί στις καρδιές των τριών αδελφών, αλλά στάθηκε άστοχη και αναληθοφανής στη σκηνή της πυρκαγιάς, ενώ η συνεχής συσσώρευση σκηνικών αντικειμένων κουράζει το μάτι του θεατή και αποσπά αναίτια την προσοχή του από το λόγο. Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη είχαν καλές εμπνεύσεις, όπως τα συνηθισμένα καθημερινά ρούχα των τριών αδελφών, αλλά και τα παιδικά τους φορέματα που τις συνοδεύουν στην τελευταία σκηνή, αλλά και πιο μέτριες, όπως οι κιτς ενδυματολογικές επιλογές της Ανφίσα και του Φέραποντ και η απουσία των στρατιωτικών στολών των αξιωματικών του έργου. Η μουσική και το ηχητικό περιβάλλον που δημιούργησε ο έμπειρος Δημήτρης Καμαρωτός επιτείνει την ψυχολογική φόρτιση των χαρακτήρων και δημιουργεί μια υπόκωφα απειλητική ατμόσφαιρα που προετοιμάζει για την τελική συντριβή των τριών γυναικών. Η κίνηση του Χρήστου Παπαδόπουλου κυμάνθηκε σε αβαθή νερά, καθώς δεν είχε τη νευρικότητα και την εσωτερική σύγχυση των ηρώων, ενώ τη δυσκόλεψε και την έκανε προκάτ στο τέλος η συνεχής συσσώρευση των σκηνικών αντικειμένων. Οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου προτίμησαν τα (πιο εύκολα) γενικά πλάνα χωρίς να αποδώσουν τη νοσηρότητα της πραγματικότητας και την εσωτερική τρικυμία των πρωταγωνιστών, ενώ η τελική σκηνή με τις αποχρώσεις στο χρώμα του ουρανού έδωσαν έναν πρόσθετο λυρικό τόνο σε αυτή.
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ
Συμπερασματικά, στη σκηνή του Θεάτρου Βεάκη, είδα μια νέα ανάγνωση του πολύ γνωστού έργου του Τσέχωφ με το εύρημα της φθοράς του χρόνου να κυριαρχεί, να δίνει ένα αρχικό ενδιαφέρον στο όλο τόλμημα, αλλά να αναπτύσσεται τελικά μάλλον μονόπλευρα, χωρίς να δίνει κάτι ουσιαστικό στη συναισθηματική και πνευματική ουτοπία που βιώνουν οι τρεις αδελφές. Η απουσία συναισθήματος κάνει συχνά το λόγο να ακούγεται φιλολογικός, επίπεδος και χωρίς βάθος σε ένα έργο που πραγματεύεται την ελπίδα και τη ματαίωσή της. Οι ερμηνείες είναι ανισοβαρείς και συχνά χωρίς σκηνική επικοινωνία μεταξύ τους, ενώ η σκηνογραφική προσέγγιση κούρασε και απέσπασε την προσοχή από την ουσία του έργου. Το τελικό αποτέλεσμα αν και δεν του λείπουν οι καλές στιγμές, δεν προσέθεσε πολλά στη θεατρική μου μνήμη και ούτε καταγράφηκε στις εμπνευσμένες θεατρικές προσπάθειες της χρονιάς που διανύουμε.
error: Content is protected !!