Skip to main content
Το έργο “Ονόριο, τα ανομήματα ενός εγκληματία” του Στέφανου Παπατρέχα, παρουσιάζεται στο Θέατρο Βαφείο-Λάκης Καραλής σε σκηνοθεσία του συγγραφέα και του Λάζαρου Βαρτάνη. Χρονικά τοποθετείται στη σκοτεινή και εν πολλοίς ακόμα ανεξερεύνητη περίοδο του Μεσαίωνα, με τον άνθρωπο να καταπιέζεται σε πολλές εκφάνσεις της ζωής και της καθημερινότητάς του. Πρόκειται για ένα έργο που συνίσταται από τρεις ιστορίες που αφορούν διαφορετικά μέρη και διαφορετικούς ανθρώπους, αλλά με κοινή τους συνισταμένη τόσο την παρουσία του Ονόριο με προσωπίδες και πολλαπλές προσωπικότητες, όσο και τις ιδέες της εξαπάτησης, του φόβου, αλλά και της (αληθινής και ψευδεπίγραφης) ηθικής. Στην πρώτη ιστορία η άφιξη μιας νεαρής ευγενούς σε ένα μοναστήρι και η επιθυμία της να ασπαστεί και να ακολουθήσει τους κανόνες του, φέρνει σε αυτό μια αναστάτωση, καθώς η ηγουμένη βλέπει σε αυτή την προσωποποίηση της αμαρτίας και προσπαθεί παντί τρόπω να την εξαλείψει. Στη δεύτερη μια Δούκισσα με φαινομενικά πλήρως τακτοποιημένη ζωή, ταλαιπωρείται από συνεχείς και ισχυρούς εφιάλτες και δαίμονες που διαταράσσουν την ισορροπία της ζωής της. Στην τελευταία οι τσιγγάνες παραπλανούν τον κόσμο που διψάει να ακούσει μια αλήθεια για το μέλλον του, κλέβουν υλικά αγαθά και πνευματική ηρεμία και προσπαθούν με φαύλο τρόπο να ορίσουν τη μοίρα. Στην αέναη λοιπόν αναζήτηση της αλήθειας οι ιστορίες είναι σύνθετες, κρύβουν πολλές και ουσιαστικές ανατροπές και φανερώνουν οπτικές, των οποίων η ορθότητα ή η στρέβλωση βρίσκονται σε μία εξαιρετικά εύθραυστη ισορροπία. Ο ρεαλισμός και η πραγματικότητα μπορεί να βαδίζουν χέρι-χέρι, αλλά ενίοτε και να αποκλίνουν, με βάση την οπτική του θεατή, αλλά και την ηθικοπνευματική του δυναμική. Δε θα αποκαλύψω πολλά στοιχεία της πλοκής, για να μη χαθεί η μαγεία των ανατροπών και η έκπληξη της παρακολούθησής τους. Το κείμενο παρουσιάζει μεγάλες αρετές και μικρές αδυναμίες και κατάφερε να με ταξιδέψει στο δαιδαλώδες σύμπαν του.
onorio
Ο Στέφανος Παπατρέχας με το Λάζαρο Βαρτάνη συν-σκηνοθετούν τη συγγραφική αυτή προσπάθεια του πρώτου, με την αφήγηση να εναλλάσσεται με τη σκηνική δράση και την ιστορία να κινείται μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Ο κεντρικός ήρωας διατρέχει όλο το έργο, αλλάζοντας μορφές, κοστούμια, προσωπικότητες και δίνοντας όλο και πλατύτερους ορισμούς της εξαπάτησης και του κοινωνικού και ηθικού ψεύδους. Οι εικόνες είναι έντονες, δυνατές και προκαλούν το μάτι, ενώ ο λόγος έχει βάθος και ουσία ώστε να διεγείρει παράλληλα το νου του θεατή και να τον οδηγεί σε κοινωνικούς και ηθικούς προβληματισμούς. Το μυστήριο και η ατμόσφαιρα που δημιουργούνται δεν είναι απλοϊκά και μονοεπίπεδα, αλλά αναζητούν τα βαθύτερα στρώματα της ανθρώπινης φιλοδοξίας, ψυχισμού και ηθικής, για να διερευνήσουν κίνητρα και αιτίες. Κάποιες σκηνές ίσως να μακρηγορούν και να πλατειάζουν, αλλά το ενδιαφέρον του θεατή για τη συνέχεια δεν ατονεί. Ο ρεαλισμός (και μάλιστα συχνά σε μία σκληρή έκφανσή του) εξάπτει τη φαντασία και οι ανατροπές που λαβαίνουν χώρα διαψεύδουν τα δεδομένα και αποκαλύπτουν μυστικά και ψέματα ειπωμένα με πειθώ και τέχνη. Υπάρχουν πινελιές ρομαντισμού και μεταφυσικής στις κατάλληλες δόσεις, ώστε να δημιουργήσουν ένα θεατρικό μείγμα που έχει ροή και συνέχεια, τέρπει αλλά και προβληματίζει και αντιμετωπίζει δίπολα και διλήμματα με κριτική και στοχαστική διάθεση. Ο επίλογος παρόλο που κλείνει επιτυχημένα την ιστορία, κρύβει έναν αχρείαστο ακκισμό τόσο στο λόγο, όσο και στην κίνηση, αλλά χωρίς να αλλοιώνει το σαφές θετικό πρόσημο του όλου εγχειρήματος.
 onorio-vafeio
Ο Λάζαρος Βαρτάνης αναλαμβάνει το σύνθετο και ιδιαιτέρως απαιτητικό ρόλο του Ονόριο που αλλάζει εμφάνιση, προσωπεία, αλλά και ταυτότητα στη ροή της παράστασης. Ξεκινώντας από τη χαμηλότονη παρουσία του δίπλα στην ηγουμένη, γίνεται ο ρομαντικός σύντροφος και εραστής, για να αποτυπώσει στο τέλος έναν αδίστακτο αριβίστα, εγωπαθή και αλαζόνα, χωρίς ηθικούς φραγμούς. Η κλιμακούμενη αυτή μεταμόρφωσή του γίνεται με εξαιρετικό έλεγχο των εκφραστικών του μέσων και υποδειγματική συνέπεια. έχοντας κατανοήσει σε βάθος τον ήρωα που υποδύεται. Η Σύνθια Μπατσή ξεκίνησε λίγο μουδιασμένα την ερμηνεία της ως μοναχή, αλλά στη συνέχεια ανέβασε το ρυθμό της, βρήκε το μέτρο των ηρωίδων που έπαιξε και απελευθέρωσε σταδιακά τη δυναμική της, συνδυάζοντας εύστοχα κίνηση και λόγο τόσο ως ξαδέρφη της Δούκισσας, όσο και ως τσιγγάνα. Η Μαίρη Ξένου ήταν μια συμπαγής και απροσπέλαστη ηγουμένη, απόλυτα πειστική στην αφιέρωσή της στο Θεό και την πίστη της, ενώ ανταποκρίθηκε εξίσου σωστά και στους άλλους δύο γυναικείους χαρακτήρες που ερμήνευσε. Η Γεωργία Πιερρουτσάκου παρά την αρχική της σκηνική αμηχανία και κάποια έλλειψη συντονισμού μεταξύ λόγου και κίνησης στην πρώτη ιστορία, ισορρόπησε γρήγορα και ξεδίπλωσε τις ικανότητές της με το παίξιμό της να έχει λυρισμό και συναίσθημα. Ο Αλέξανδρος Καναβός συνθέτει έναν πολύ καλό “φίλο” και συνοδοιπόρο του Ονόριο, έναν μικροαπατεώνα που προσπαθεί να βρει ταυτότητα, εναλλάσσοντας το χιούμορ με την τραγικότητα της εξαπάτησης. Ο Στέφανος Παπατρέχας συμμετέχει κυρίως ως αφηγητής (αλλά και δικαστής και μάγος) και είναι αυτός που με τον ανάλαφρο και ελαφρά περιπαικτικό έμμετρο λόγο μας εισάγει στο κλίμα της παράστασης. Με πολύ καλή άρθρωση, μουσικότητα στη ροή των λέξεων, θεατρικότητα στην κίνηση, αποτελεί ένα ψυχολογικό αντίβαρο, ένα αερικό που ισορροπεί την τραγικότητα των ιστοριών. Ο επίλογός του είχε έναν μάλλον αχρείαστο ακκισμό και συνοδεύτηκε από μια σκηνική αμηχανία στο φινάλε. Η ερμηνευτική ομάδα είχε πολύ καλή χημεία και έδειξε ότι έχει γίνει καλή δουλειά στο να μην υπάρχουν κενά και ασυνεννοησία στη σκηνή.
 thumbnail_ONORIO_3_H-696x392
Λιτό και χρηστικό το σκηνικό της Ηλένιας Δουλαδίρη, εκμεταλλεύθηκε έξυπνα την ιδιόμορφη σκηνή του θεάτρου, δημιουργώντας ένα μικρό “ρινγκ” στο μπροστινό τμήμα του και με τις κουρτίνες να διαχωρίζουν τους υπόλοιπους χώρους κατά το δοκούν, ανάλογα με τις απαιτήσεις της κάθε σκηνής. Τα κοστούμια της ίδιας είχαν κομψότητα και φαντασία, μεταφέροντάς μας με επιτυχία στην εποχή που διαδραματίζονται τα γεγονότα. Η μουσική της Σίσσυς Βλαχογιάννη διακριτική όσο χρειάζεται, συνεργάζεται πολύ αρμονικά με τις εντάσεις του λόγου. Η κίνηση της Μαρίνας Μαυρογένη έχει εναλλαγές και κινείται μεταξύ της ανάλαφρης, σαν σκιά συνιστώσας στην πρώτη ιστορία και της πιο μεστής, γήινης και σταθερής στις άλλες δύο. Οι φωτισμοί του Τάκη Λυκοτραφίτη σχεδιάστηκαν ώστε να εξυπηρετήσουν τόσο την οξύτητα του λόγου, όσο και το σκοτεινό ψυχισμό του ήρωα και έπαιξαν με το φως και τις σκιές σχεδόν υποδειγματικά.

Συμπερασματικά, στο Θέατρο Βαφείο-Λάκης Καραλής, παρακολούθησα μια παράσταση ενός φρέσκου και εξαιρετικά ενδιαφέροντος ελληνικού κειμένου, που μας μεταφέρει σε μία σκοτεινή περίοδο του παρελθόντος, που ταλαντευόταν μεταξύ ηθικής και ανηθικότητας, πραγματικότητας και απάτης και πραγματεύεται τον έρωτα, την αγάπη για τη ζωή, τη ματαιοδοξία, τη σήψη και το θάνατο. Η σκηνοθετική προσέγγιση επιχειρεί να αναδείξει το παιχνίδισμα μεταξύ αλήθειας και ψέματος, φωτός και σκοταδιού, ορθού και λάθους, όπου η οπτική των πραγμάτων μπορεί να είναι υποκειμενική και συνεπώς αμφιλεγόμενη. Οι σκηνές έχουν ατμόσφαιρα, ένταση και δυναμική, με λίγες αμήχανες στιγμές, με το ρυθμό του έργου να διατηρείται σε υψηλό επίπεδο και το ενδιαφέρον του θεατή να ανανεώνεται συνεχώς με τις ανατροπές της πλοκής. Οι ερμηνείες σε πολύ καλό επίπεδο, έδειξαν ομαδικό πνεύμα κι επιμέρους εντατική δουλειά. Ο επίλογος είχε μια αχρείαστη δόση ακκισμού που όμως δεν επηρεάζει το θετικό (αισθητικά και νοηματικά) τελικό αποτέλεσμα, μιας θεατρικής προσπάθειας που αξίζει την προσοχή του θεατρόφιλου κοινού.      

 
error: Content is protected !!