Skip to main content
Το πρώτο του θεατρικό έργο με τίτλο “Όποιος θέλει να χωρίσει να σηκώσει το χέρι του” σκηνοθετεί ο Γιώργος Καπουτζίδης στο Θέατρο Ήβη. Δύο φίλες βρίσκονται στο καθιστικό της μίας, με την ώρα να είναι ήδη περασμένη, προετοιμαζόμενες για το γάμο άλλης φίλης τους που θα γίνει την επόμενη μέρα, στον οποίο η μία είναι και κουμπάρα. Από τις δύο αυτές κοπέλες, η μία είναι λεσβία, έχει μια πολύ καλή δουλειά στη BMW, αλλά κρύβει επιμελώς αφενός τις σεξουαλικές της προτιμήσεις από την οικογένειά της κι αφετέρου τον χρόνιο έρωτά της για τη φίλη της, η οποία θα παντρευτεί την επόμενη μέρα. Η δεύτερη μόλις χώρισε, εγκατέλειψε κακήν κακώς το σύζυγό της, με την ελπίδα αυτός να την αναζητήσει παντού και ήρθε στη φιλενάδα της να πει τον πόνο της και να ζητήσει συμπαράσταση. Στη διάρκεια της βραδιάς εμφανίζεται στην παρέα τους και η μέλλουσα νύφη, ιδιαιτέρως αναστατωμένη, για να εξομολογηθεί στις φίλες της ότι επέστρεψε ο πρώην της κι έχει σοβαρές αμφιβολίες αν και κατά πόσον θέλει να γίνει τελικά ο γάμος με το νυν σύντροφό της. Τα πράγματα και οι σχέσεις μεταξύ των ηρώων περιπλέκονται ακόμα περισσότερο όταν στο διαμέρισμα καταφτάνουν ο συγκάτοικος της κοπέλας, ο πρώην και ο νυν της υποψήφιας νύφης, η μητέρα που μαθαίνει από ένα τηλεφώνημα την ομοφυλοφιλία της κόρης της κι ένας υδραυλικός για να επισκευάσει μια διαρροή που υπάρχει στο ένα υπνοδωμάτιο και να μην πλημμυρίσει το σπίτι. Οι μάσκες τελικά πέφτουν, οι ισορροπίες δοκιμάζονται, οι αλήθειες εκστομίζονται όσο σκληρές και να είναι και οι σχέσεις επαναδομούνται σε μια νέα και πιο ρεαλιστική βάση. 
Όποιος θέλει να χωρίσει
Ο Γιώργος Καπουτζίδης αναλαμβάνει και τη σκηνοθεσία του πρώτου του θεατρικού εγχειρήματος, βασιζόμενος σε βασικές αρχές της κωμωδίας, όπως γρήγορους ρυθμούς, αιχμηρές ατάκες, παρεξηγήσεις μεταξύ των χαρακτήρων κι ένα τελικό ξεκαθάρισμα που αποκαθιστά τις ισορροπίες, χωρίς να παραλείψει να θίξει και να σχολιάσει σύγχρονα κοινωνικά γεγονότα και θέματα που απασχολούν την καθημερινότητά μας. Οι ήρωες του έργου είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, αναγνωρίσιμοι και καθημερινοί και όλοι μπορούμε σε αυτούς να ανακαλύψουμε κομμάτια του εαυτού μας. Ο λόγος έχει αρκετή επαφή με το σήμερα, θίγει με ρεαλιστικό τρόπο κακώς κείμενα που όλοι τα έχουμε κατά νου, αλλά στηρίζεται μερικές φορές σε τηλεοπτικές φόρμες των εικόνων που πλάθει, εις βάρος της σπιρτάδας και της αμεσότητας που προϋποθέτει το κωμικό θέατρο. Οι σκηνές έχουν αρχικά ενδιαφέρον, αλλά στη συνέχεια ατονούν, αφού ο λόγος πλατειάζει, επαναλαμβάνεται και η ενέργεια μεταξύ των ηθοποιών χάνεται στο αχανές της σκηνής, αφού αυτοί κινούνται και αλληλεπιδρούν μόνο σε ένα μικρό κομμάτι της. Έτσι υπάρχουν οι στιγμές με έντονο γέλιο και κάποιες άλλες που ο θεατής αισθάνεται λίγο σαν παθητικός δέκτης των διαλόγων. Το ενδιαφέρον τονώνεται όταν ένας νέος χαρακτήρας εισέρχεται στην πλοκή, αλλά αυτή η τόνωση διαρκεί σχετικά λίγο με την ισορροπία να χάνεται και πάλι. Κάποιοι μονόλογοι με κοινωνικές αναφορές θα μπορούσαν να είναι πιο αποτελεσματικοί, αν είχε επιλεγεί όχι μία λόγια, αφηγηματικού στυλ και λίγο δασκαλίστικη παρουσίασή τους, αλλά μια πιο ζεστή, λιγότερο στατική και με άμεση απεύθυνση στο θεατή. Στα συν του έργου εντάσσεται το γεγονός ότι δε χρησιμοποιείται η ευκολία της βρισιάς και της απαξίωσης, αλλά μόνο μια καθομιλουμένη αργκό που χρησιμοποιείται έξυπνα για να τονώσει την αιχμηρότητα της ατάκας. Οι στόχοι και το υλικό είναι προφανές ότι υπάρχουν, αλλά η απόδοσή του έχει αδυναμίες, δίνοντας την εντύπωση ότι προτιμήθηκε συχνά μια τηλεοπτική πεπατημένη, από ένα θεατρικό ρίσκο. 
Όποιος θέλει να χωρίσει
Η Μαριλού Κατσαφάδου είναι η Κική, η κοπέλα που έχει μόλις χωρίσει, εγκαταλείπει μαζί με το μωρό της τη συζυγική εστία κι έρχεται στη φίλη της για παρηγοριά. Αεικίνητη, νευρική, με λόγο χειμαρρώδη, αποτυπώνει εξαιρετικά μια νεαρή κοπέλα που έχει υποστεί πολλή καταπίεση στη ζωή της και προσπαθεί να παλέψει με τις ανασφάλειές της. Μπριόζα, δυναμική, χρησιμοποιεί όλο το φάσμα των εκφραστικών της μέσων και σε παρασύρει στον κόσμο της, δείχνοντας να ζει και να απολαμβάνει στο μέγιστο το χαρακτήρα που υποδύεται στη σκηνή. Η Αλεξάνδρα Ταβουλάρη παίζει τη Δήμητρα, τη λεσβία φίλη της, στο σπίτι της οποίας διαδραματίζεται η όλη ιστορία και η οποία έχει μια πολύ καλή δουλειά και μια (σχετικά) πιο τακτοποιημένη ζωή. Υποδύεται ένα διαφορετικό τύπο νεαρής γυναίκας, λίγο πιο συγκρατημένο, με ελεγχόμενα συναισθήματα και εξορθολογισμένη σκέψη (διευθύντρια στη BMW γαρ), αλλά και αρκετά μυστικά και απωθημένα, όπως αυτό του εφηβικού έρωτά της για την τρίτη φίλη τους. Η χημεία των δύο κοριτσιών είναι πολύ καλή, στοιχείο πολύ σημαντικό για το πρώτο κομμάτι της παράστασης, που είναι οι δυο τους στη σκηνή. Η τρίτη της παρέας (ο ανομολόγητος έρωτας που λέγαμε πριν) είναι η Ανθή Σαββάκη, η Νατάσα του έργου, η οποία ετοιμάζεται να ντυθεί νύφη, μέχρι που επανέρχεται στη ζωή της ο πρώην της και την αναστατώνει. Ξεκίνησε λίγο αμήχανα την ερμηνεία της και ψάχνοντας να βρει και να αποδώσει τις ιδιαιτερότητες της ηρωίδας της, αλλά στο δεύτερο μισό βελτιώθηκε σημαντικά και συντόνισε με χάρη και συνέπεια το διχασμό της ανάμεσα στους δύο άντρες που τη διεκδικούν, αλλά και την έκπληξή της για τον κρυμμένο έρωτα της φίλης της. Ο Γιώργος Σαββίδης είναι ο Χάρης, ο συγκάτοικος της Δήμητρας, ο οποίος είναι μάλλον χαμηλών τόνων κι έχει συνηθίσει όλες του οι γνωριμίες να γίνονται μέσω ίντερνετ. Απλός, καθημερινός, άμεσος, ευθύς, αποτελεί την ήρεμη και σταθεροποιητική δύναμη στην παράνοια στην οποία οδηγείται η παρέα των κοριτσιών και την ερωτική κόντρα των αντρών. Ο Γιάννης Κουκουράκης υποδύεται τον πρώην της Νατάσας, το Μιχάλη, που επανέρχεται δυναμικά και διεκδικεί παλαιότερα ερωτικά του κεκτημένα. Η ερμηνεία του δεν με έπεισε γι’ αυτή τη δυναμική διεκδίκηση, καθώς ήταν μάλλον επιφανειακή, κάποιες φορές ακκιστική και χωρίς τις αναμενόμενες εξάρσεις λόγου ή συναισθήματος. Ο Πάνος Νάτσης έπαιξε τον νυν, τον Ιάκωβο, ο οποίος έρχεται προ εκπλήξεως, μαθαίνοντας τις ξαφνικές επιφυλάξεις της συντρόφου του, λίγες ώρες πριν τον γάμο τους. Και η ερμηνεία αυτή κυμάνθηκε σε ρηχά νερά, καθώς δεν έδειξε να ανταποκρίνεται ούτε στις κωμικές ευκαιρίες του ρόλου του, αλλά ούτε και στις πιο φορτισμένες στιγμές του. Ο Αποστόλης Ψαρρός είναι ο υδραυλικός, ο Ματθαίος, που έρχεται εσπευσμένα μέσα στη νύχτα για να διορθώσει μια διαρροή νερού στο υπνοδωμάτιο. Ακομπλεξάριστος, με έναν αφοπλιστικό αυθορμητισμό στο παίξιμό του και σωστή απόδοση των κωμικών του στιγμιοτύπων, είτε ήταν ατάκα, είτε κίνηση, είτε γκριμάτσα, έγινε συμπαθής και άφησε θετικό αποτύπωμα με τη σκηνική του παρουσία. Άφησα σκόπιμα τελευταία την Κατιάνα Μπαλανίκα, που επανακάμπτει στα θεατρικά δρώμενα της Αθήνας με το ρόλο της (συνονόματης) μάνας στην παράσταση αυτή. Έμπειρη ηθοποιός, χειρίστηκε έξυπνα και εύστοχα τόσο την αστεία πτυχή του χαρακτήρα της, όσο και την πιο δραματική του, με την εξομολόγηση του ερωτικού της παρελθόντος στην κόρη της να έχει όλο το συγκινησιακό υπόβαθρο που θα απαιτούσε η σκηνή. Στα πρώτα λεπτά της παρουσίας της μπορεί να έδειξε ένα πολύ σύντομο τρακ (ακόμα και οι φτασμένοι καλλιτέχνες αυτού του βεληνεκούς δικαιούνται τέτοιες στιγμές), αλλά το ξεπέρασε εύκολα, κερδίζοντας πολύ θερμό χειροκρότημα. 
Όποιος θέλει να χωρίσει
Το σκηνικό της Μαίρης Τσαγκάρη εκμεταλλεύθηκε όλο το βάθος και το πλάτος της σκηνής, δημιουργώντας δύο επίπεδα (ώστε να διαχωριστεί έξυπνα ο χώρος της κρεβατοκάμαρας και να μην παρεμβάλλει αχρείαστους τοίχους), είχε όλα τα στοιχεία ενός σύγχρονου, νεανικού σαλονιού και άφησε αρκετό χώρο για την κίνηση των ηθοποιών. Τα κοστούμια της Κικής Γραμματικοπούλου είναι απλά και καθημερινά, χωρίς πρόθεση να τραβήξουν την προσοχή του θεατή. αλλά να ντύσουν λειτουργικά τους χαρακτήρες του έργου. Οι φωτισμοί του Χρήστου Τζιόγκα προτίμησαν κυρίως γενικά πλάνα με σβηστά φώτα στο επίπεδο του σκηνικού που δε χρησιμοποιείτο στην εξέλιξη της ιστορίας και εστίασαν εύστοχα στα πρόσωπα των ηρώων στους μονολόγους τους.          
Συμπερασματικά, στη σκηνή του Θεάτρου Ήβη, παρακολούθησα ένα νέο ελληνικό έργο, που καταπιάνεται με θέματα και καταστάσεις που απασχολούν την καθημερινότητά μας, το οποίο χωρίς να αποφεύγει κάποιες τηλεοπτικές φόρμες, δημιουργεί απλούς, αναγνωρίσιμους χαρακτήρες. Έχει αρκετές πολύ καλές κωμικές στιγμές, κάποιες πιο δραματικές, που αν και δεν αποφεύγουν κάποια κλισέ, παράγουν κοινωνικά μηνύματα και δίνουν στο θεατή αφορμή για γέλιο και σκέψη. Ο θίασος αποτελείται από νέα παιδιά, σηματοδοτεί την επάνοδο στα θεατρικά δρώμενα της σπουδαίας Κατιάνας Μπαλανίκα και παρόλο που δεν είναι όλες οι ερμηνείες στο ίδιο επίπεδο, με κάποιες να ξεχωρίζουν και κάποιες να υστερούν, δίνουν μια αίσθηση φρεσκάδας και ζωντάνιας στο όλο εγχείρημα.
error: Content is protected !!