Skip to main content

Ο Γιάννης Κακλέας, επτά χρόνια μετά το εγχείρημα του εικοσιτετράωρου Μπέκετ, μια σκηνική εκδοχή του μυθιστορήματος «Μερσιέ και Καμιέ», το οποίο ανέβηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών (2013), επιχειρεί να “συνομιλήσει” ξανά με τον Ιρλανδό δημιουργό, μέσα από το εμβληματικό του έργο «Περιμένοντας τον Γκοντό».  Έργο σταθμό στην παγκόσμια δραματουργία, ανοιχτό σε πολλαπλές αναγνώσεις, ερμηνείες και σκηνοθετικές προσεγγίσεις.  Εβδομήντα δύο χρόνια μετά τη συγγραφή του (1948), το έργο παραμένει χωρίς μία ρυτίδα, με έναν έντονο εσωτερικό παλμό προσαρμοστικότητας σε κάθε εποχή, κοινωνικοπολιτική κατάσταση και ψυχική διάθεση.

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΓΚΟΝΤΟ, ΣΜΑΡΩ ΚΩΤΣΙΑ

Σχέσεις εξουσίας και υποταγής, καθημερινής συνήθειας και αλληλοεξάρτησης, απεγνωσμένης ανάγκης παρουσίας του άλλου, ατέρμονη αναμονή και υπομονή για κάτι που θα συμβεί και ποτέ δεν συμβαίνει, διαρκής διάψευση ελπίδων, μια λούπα σκόρπιων φράσεων και μετέωρων διαλόγων, επανάληψη συμπεριφορών και γεγονότων χωρίς καμιά ιδιαίτερη δράση, “δένουν” τα μέλη των δύο ζευγαριών του έργου: τους Εστραγκόν (Γκογκό) και Βλαδίμηρο (Ντιντί), Πότζο και Λάκυ, οι οποίοι περιπλανώνται σε έναν έρημο δρόμο, στον οποίον υπάρχει ένα μόνο δένδρο. Αυτό το “παράλογο” σκηνικό σύμπαν χρησιμοποιεί ως “εφαλτήριο” ο Μπέκετ για να μιλήσει για το ακατανόητο της ανθρώπινης ύπαρξης, η οποία είναι συνυφασμένη με την αέναη κυκλικότητα του χρόνου και την αναπόδραστη φθορά του θανάτου.

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΓΚΟΝΤΟ, ΣΜΑΡΩ ΚΩΤΣΙΑ

Ο Γιάννης Κακλέας ανεβάζει το έργο με μια φρέσκια ματιά, που φέρει έντονα τις αναγνωρίσιμες σκηνοθετικές του επιλογές. Στην σκηνοθετική του προσέγγιση αναδεικνύονται το λεπτό χιούμορ και η τραγική ειρωνεία του έργου, ενισχύεται η έννοια της φθοράς με τα απομεινάρια ενός κατεστραμμένου αυτοκινήτου, τα παλιά λάστιχα και τα πεταμένα βαρέλια γύρω από το γυμνό δένδρο, οι δύο κλοσάρ παραπέμπουν στο δίδυμο Χοντρός (Ντιντί) και Λιγνός (Γκογκό) με χαρακτηριστική σκηνή το παιχνίδι με τα μαύρα ημίψηλά τους καπέλα και εντάσσονται δύο μουσικά ιντερμέδια, στην αρχή και των δύο πράξεων.  Σε αυτά τα ιντερμέδια εισβάλλει, χορεύοντας, ένα τρίτο ζευγάρι νέων ανθρώπων, γεμάτο ζωντάνια και δροσιά (Αγγελική Τρομπούλη και Άρης Κακλέας), το οποίο, κατά έναν τρόπο, σκηνοθετεί την είσοδο των Εστραγκόν και Βλαδίμηρου, τους παρακολουθεί να μπαίνουν στην σκηνή, τοποθετεί τα φύλλα στο γυμνό δένδρο (στην δεύτερη πράξη) και σηματοδοτεί τον ερχομό της νύχτας με την κοπέλα σκαρφαλωμένη σε έναν “διάτρητο μεταλλικό” τοίχο, να κρατά μια φωτεινή στεφάνη, την σελήνη-ματαίωση του σήμερα αλλά και λαμπερή λυχνία να αναγγέλλει την προσμονή του αύριο.  Τρία ζευγάρια, τριών διαφορετικών γενιών, συναντώνται σε αυτό το δυστοπικό τοπίο για να βρεθούν αντιμέτωπα με τη ζωή, το χρόνο, τον θάνατο, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΓΚΟΝΤΟ, ΣΜΑΡΩ ΚΩΤΣΙΑ

Ο Γιάννης Κακλέας ευτύχησε να συνεργαστεί με ικανότατους ηθοποιούς, οι οποίοι πίστεψαν στο σκηνοθετικό του όραμα και έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους.  Ο Θανάσης Παπαγεωργίου ερμηνεύει τον Βλαδίμηρο με στιβαρότητα και με μια πάλλουσα εσωτερικότητα, εκφράζοντας με λιτό και απλοϊκό τρόπο την αγωνία και την θλίψη του για την ανθρώπινη μοίρα αλλά και την απέραντη αισιοδοξία του.  Ο Σπύρος Παπαδόπουλος τιθασεύει τις ευκολίες του και αναδεικνύει την ικανότητά του να διαχειρίζεται το κωμικό και το τραγικό στοιχείο του ρόλου του, προβάλλοντας με μέτρο τον μπουφόνικο χαρακτήρα του Εστραγκόν.  Η συνύπαρξη επί σκηνής, αυτών των δύο ηθοποιών, αποκαλύπτει την μεταξύ τους εκπληκτική χημεία με σωστούς ρυθμούς και ακρίβεια στις ατάκες.  Το δεύτερο ζευγάρι αποτελείται από δύο αλλόκοτα πλάσματα, τον Πότζο και τον Λάκυ.  Ο Άρης Σερβετάλης παρουσιάζει έναν Πότσο “πολυθέαμα”, δημιουργό, αφέντη, τύραννο, παράφρονα που ελέγχει το δημιούργημά του, τον δούλο του, το εξιλαστήριο θύμα του, τον Λάκυ (Ορφέα Αυγουστίδη) με ένα σχοινί. Δημιουργεί στην πρώτη πράξη, με την εύπλαστη σωματικότητά του και με το εύρος των ερμηνευτικών του δυνατοτήτων μια “εξτραβαγκάντσα”, ένα θέατρο μέσα στο θέατρο, δείχνοντας την ανάγκη του να υπερισχύσει και να εντυπωσιάσει δυο ασήμαντους κλοσάρ, επιδεικνύοντας τον αδύναμο Λάκυ ως τρόπαιο. Ο Ορφέας Αυγουστίδης, ως άλλος Μπάστερ Κίτον, παραμένει σιωπηλός στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης, μετατρέποντας το πρόσωπό του σε μια άκαμπτη μάσκα γεμάτη απορία και απόγνωση, η οποία δεν αλλάζει ούτε όταν τον διατάξουν να “στοχαστεί”.  Ο Αυγουστίδης επιτυγχάνει να καταθέσει μια συγκλονιστική ερμηνεία στο μονόλογο του “στοχαζόμενου” Λάκυ, “παπαγαλίζοντας” ένα ακατανόητο κείμενο και κερδίζει δίκαια το χειροκρότημα του κοινού.

Στη δεύτερη εμφάνιση του ζεύγους, οι σχέσεις αλλάζουν εντελώς.  Ο πανίσχυρος Πότζο είναι τυφλός και ο εξαθλιωμένος Λάκυ είναι μουγκός.  Τώρα πλέον αλληλοστηρίζονται, πλάτη με πλάτη, γίνονται ένα περίεργο ανθρώπινο σύμπλεγμα, όπου ο ένας, ο Λάκυ, δίνει τα μάτια του και οδηγεί και ο άλλος, ο Πότζο, δίνει τη φωνή του και επικοινωνεί, εκφράζοντας τη φθορά, την πτώση και την ματαιότητα.  Εν αντιθέσει με την εξωστρέφεια της πρώτης πράξης, ο Σερβετάλης ερμηνεύει τον καταρρακωμένο Πότζο με εσωτερικότητα, ευαισθησία και απέριττο τρόπο.

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΓΚΟΝΤΟ, ΣΜΑΡΩ ΚΩΤΣΙΑ

Όλοι οι συντελεστές της παράστασης, ο Σάκης Μπιρμπίλης (φωτισμοί), ο οποίος μαζί με τον Γιάννη Κακλέα συνυπογράφουν τα σκηνικά, η Ηλένα Δολαρίδη (κοστούμια), και οι Άρης Σερβετάλης και Αγγελική Τρομπούκη (επιμέλεια κίνησης), με έμπνευση και κέφι, συντελούν στη δημιουργία μιας επιτυχημένης παράστασης με στοιχεία τσίρκου, βωβού κινηματογράφου και μουσικού θεάτρου.
Μια παράσταση που αξίζει να παρακολουθήσει το ευρύ κοινό για να ευχαριστηθεί αλλά και να προβληματισθεί.

error: Content is protected !!