Skip to main content

Το έργο του Ρώσου δραματουργού Αλεξάντερ Σεργκέγιεβιτς Γκριμπογέντοφ (Александр Сергеевич Грибоедов) με τίτλο “Συμφορά απ’ το πολύ μυαλό” (Го́ре от ума́ ή στα Αγγλικά Woe from Wit) σκηνοθετεί στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων ο Στάθης Λιβαθινός. Γράφτηκε το 1823, συνάντησε αντιδράσεις και η λογοκρισία της Τυφλίδας επέτρεψε να παρουσιαστεί μόνο ένα απόσπασμά του. Τυπώθηκε το 1833 (μετά το θάνατο του συγγραφέα του) με σημαντικές περικοπές και στην ολοκληρωμένη του μορφή μόλις το 1861. Στην Ελλάδα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο ίδιο θέατρο το 1986 σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή. Ένας νεαρός Ρώσος, ο Τσάτσκι, ευφυής και με δίψα για γνώση και καινούργιες εμπειρίες επιστρέφει στη Μόσχα μετά από τρία χρόνια απουσίας και περιπλάνησης στο εξωτερικό για να διαπιστώσει ότι πολλά πράγματα δεν είναι όπως τα άφησε. Ένα από τα πιο σημαντικά είναι ότι η αγαπημένη του Σοφία, με την οποία ήταν ερωτευμένος πριν τη φυγή του, δείχνει να τον αποστρέφεται πλέον και να ερωτοτροπεί αφενός με έναν αμφίβολης ηθικής υπάλληλο του πατέρα της, αφετέρου ο ίδιος ο πατέρας της να προσπαθεί (για το δικό του συμφέρον) να την πείσει να παντρευτεί έναν φαιδρό συνταγματάρχη. Η νεαρή κοπέλα έχει πληγωθεί από τη φυγή του και την εγκατάλειψή της από αυτόν και ο Τσάτσκι επιστρέφει με μια ελαφρώς αλαζονική πρόθεση διεκδίκησής της. Περιβάλλονται από ανθρώπους διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων, οι οποίοι ζουν μέσα σε μόδες και συμβάσεις, πιστεύοντας σε μια συντηρητική, υποκριτική και στείρα διατήρηση των κεκτημένων τους, χωρίς να έχουν καμία διάθεση κοινωνικής αλλαγής. Ο φρέσκος τρόπος σκέψης του νεαρού και η ορμητική του ιδιοσυγκρασία τον οδηγούν αναπόφευκτα σε μια ευθεία σύγκρουση με το ιδιότυπο αυτό ψηφιδωτό ανθρώπων και χαρακτήρων και καταλήγει να γίνει δυσάρεστος και αντιπαθής στους περισσότερους, να τον αντιμετωπίζουν ως κοινωνικό παρία και τελικά να τον τρέψουν και πάλι σε φυγή. Η μετάφραση της Έλσας Ανδριανού είναι σε σημερινή γλώσσα, έχει ζωντάνια και ροή, διατηρεί ατόφιο όλο το νοηματικό ιστό του κειμένου και την έμμετρη ποιητικότητά του, αποτελώντας δυναμικό εργαλείο στα χέρια του σκηνοθέτη.

Ο Στάθης Λιβαθινός στη σκηνοθετική καθοδήγηση της παράστασης προσπάθησε να διατηρήσει όλη την καυστικότητα της σάτιρας του συγγραφέα και να την προσαρμόσει με αναλογικότητα στο σήμερα. Υπάρχει μια διάχυτη ελαφρότητα στην ατμόσφαιρα και στη ροή της πλοκής, ενδεικτική της ψυχοσύνθεσης των περισσότερων από τους χαρακτήρες, που άλλοτε αποτελεί μέρος του υφέρποντος σαρκασμού του κειμένου και άλλοτε μία υπόμνηση μίας πικρής μελαγχολίας που κατατρώει τους ήρωες και διαβρώνει τα συναισθήματά τους. Οι μεταβάσεις από τη μία κατάσταση στην άλλη είναι συνεχείς με την εσωτερική αναζήτηση του κεντρικού ήρωα να έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το σαθρό κι επιφανειακό αστισμό του τρόπου σκέψης και αντίδρασης των περισσότερων ηρώων. Ένα μεγάλο ρολόι δεσπόζει στο μέσο της σκηνής με την υπόθεση του έργου να διαδραματίζεται σε ένα εικοσιτετράωρο. Το γύρισμα των δεικτών από τους ηθοποιούς στην εναλλαγή των σκηνών μας υπενθυμίζει ότι είμαστε σε έναν διαρκή και αδυσώπητο αγώνα με το χρόνο, είτε είμαστε οπαδοί της συντήρησης των κεκτημένων, είτε θιασώτες των αλλαγών. Οι φωνές των ηθοποιών συχνά υποκαθιστούν το χτύπο του ρολογιού είτε με συνοδεία της μουσικής, είτε χωρίς αυτήν, δημιουργώντας ένα ενδιαφέρον ηχητικό δρώμενο που ενισχύει τη θεατρικότητα του όλου εγχειρήματος. Το χιούμορ είναι πάντα παρόν, όχι για να ελαφρύνει τη φιλοσοφική χροιά των προβληματισμών που θέτει το έργο, αλλά σαν εργαλείο για την κατανόησή τους. Δε λείπουν κάποιες σκηνές που διέπονται από φλυαρία, ή ρίχνουν για λίγο το ρυθμό του ενδιαφέροντος, έχοντας δραματουργικές αδυναμίες και δίνοντας μεγαλύτερη σημασία στην αισθητική τους παρουσίαση και μικρότερη στην ουσία τους, ενώ συνάμα μεγαλώνουν επικίνδυνα τη διάρκεια της παράστασης, αλλά ευτυχώς δεν επικρατούν, με την ισορροπία να επανέρχεται γρήγορα.
συμφορα
Ο Δημήτρης Φιλιππίδης στο ρόλο του Τσάτσκι έχει μια σκηνική παρουσία έντονη και παθιασμένη, τόσο στο λόγο όσο και στην κίνησή του που ταιριάζει στον πάλλοντα ψυχισμό του ήρωά του, χτίζοντάς ικανοποιητικά τόσο την υφέρπουσα αλαζονεία του, όσο και την τελική συντριβή του, χωρίς να αποφεύγει (ίσως και λόγω απειρίας) κάποιες μικρές υπερβολές. Η Ιωάννα Κολλιοπούλου ως Σοφία Πάβλοβνα είναι δροσερή, δυναμική, αεικίνητη και συχνά χαριτωμένα μπερδεμένη ανάμεσα στο τότε και το τώρα, άλλοτε θυμίζοντας ένα παιχνιδιάρικο αλλά συνάμα πεισματάρικο παιδί και άλλοτε μια νεαρή γυναίκα που προσπαθεί να ισορροπήσει και να διεκδικήσει τα θέλω της. Ο Νέστωρ Κοψιδάς ερμηνεύει υποδειγματικά το συντηρητικό πατέρα Φάμουσοφ, έναν κυνικό και υπολογιστή τύπο ανθρώπου, ο οποίος προσπαθεί να εξασφαλίσει ένα πλούσιο μέλλον και για τον ίδιο (παράλληλα με αυτό της κόρης του), αδιαφορώντας για τα πιθανά αισθήματά της. Ο Ερρίκος Μηλιάρης υποδύεται το Μολτσάλιν, υπάλληλο του Φάμουσοφ, ένα διπρόσωπο χαρακτήρα με σκοτεινά κίνητρα, ο οποίος είχε αρκετές καλές στιγμές (ιδιαίτερα όταν χαριεντιζόταν με τη Σοφία), αλλά και κάποιες που τους έλειψε η ένταση, όπως για παράδειγμα στις λεκτικές του αναμετρήσεις με τους άρρενες χαρακτήρες της παράστασης. Η Νεφέλη Μαϊστράλη είναι η Λίζα, η υπηρέτρια του σπιτιού που αποτυπώνει με γνησιότητα και αυθορμητισμό όλη την αγωνία και την ανασφάλεια που βιώνει ένα άτομο των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Ο Παναγιώτης Παναγόπουλος ως Συνταγματάρχης Σκαλοζούμπ δημιουργεί έναν αλαζόνα και μαλθακό τύπο, που δεν έχει επίγνωση της ανυπαρξίας του και φλερτάρει έντονα με την καρικατούρα. Η Αθανασία Κουρκάκη παίζει τη Ναταλία Ντμιτρίβνα, μια σνομπ αριστοκράτισσα που ακκίζεται θεωρώντας σπουδαίο τον εαυτό της. Ο Θέμης Θεοχάρογλου είναι πολύ καλός στο ρόλο του γλοιώδη Ζαγκορέτσκι, με μία κίνηση που σου δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται παντού και λόγο που βρίθει υφέρπουσας ειρωνείας. Ο Μάριος Κρητικόπουλοςερμηνεύει πειστικά τον Πλάτον Μιχαήλοβιτς, ένα χαρακτήρα και μια φωνή λογικής που προσπαθεί μάταια να υποστηρίξει τον Τσάτσκι και τις ιδέες του, αλλά δεν τολμά να υψώσει ανάστημα στη σύντροφό του. Η Λιλλύ Μελεμέ είναι μια δυναμική και στέρεη Χλιόστοβα, ενώ ο Γιλμάζ Χουσμέν δεν είχε σκηνική ισορροπία υποδυόμενος τον Ρεπετίλοφ. Ο Πάρις Λεόντιος ως Πετρούσα και η Τζωρτζίνα Δαλιάνη ως Πριγκήπισσα, συμπληρώνουν επιτυχημένα έναν πολυπληθή θίασο που είχε σκηνική χημεία, έδωσε σημασία στη λεπτομέρεια και κατάφερε να εξαργυρώσει στη σκηνή τη δουλειά που έγινε στις πρόβες. 
ELG7584
Ο σκηνικός χώρος της Ελένης Μανωλοπούλου, στον οποίο δεσπόζει όπως προείπα το μεγάλο ρολόι μέσα στο κυκλικό σκάμμα, εκμεταλλεύθηκε και το τελευταίο διαθέσιμο εκατοστό της σκηνής του θεάτρου και αποτέλεσε σημαντικό και πολύτιμο εργαλείο στη γενικότερη αισθητική της παράστασης. Η ίδια επιμελήθηκε και τα κοστούμια τα οποία ταίριαξαν απόλυτα με τους χαρακτήρες που έντυσαν. Η μουσική του Δημήτρη Μαραμή ενσωματώνεται εξαιρετικά στη ροή της παράστασης, αποτελεί ζωντανό κύτταρό της και συνεισφέρει σημαντικά στη θεατρικότητα και την ατμόσφαιρα του όλου εγχειρήματος. Η κίνηση του Πάρι Λεόντιου έδεσε αρμονικά με το λόγο, ενώ οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου έπαιξαν έξυπνα με τις σκιές και συντέλεσαν ενεργά στην υποβλητική ατμόσφαιρα κάποιων σκηνών.

Συμπερασματικά, στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων, παρακολούθησα μια παράσταση που πραγματεύεται την ολοκληρωτική ήττα ενός νέου ανθρώπου τόσο στον ερωτικό στίβο, όσο και σε αυτόν των ιδεών και της ηθικής ακεραιότητας. Η τραγικότητα της τύχης του κεντρικού ήρωα διανθίζεται με έξυπνο χιούμορ, υφέρποντα σαρκασμό και μια διάχυτη μελαγχολία, αποτυπώνοντας μια κοινωνία όπου επικρατεί η μετριότητα, η μαλθακότητα και η ελαφρότητα. Το όλο εγχείρημα παρά τις μικρές αρρυθμίες του και τη μεγάλη σχετικά διάρκειά του είχε αρκετά αιχμηρή ματιά, έναν πολύ καλό θίασο να υπηρετεί τόσο το κείμενο όσο και τη σκηνοθετική προσέγγισή του και μια αρκετά υψηλή αισθητική που συνετέλεσαν στο να παρουσιαστεί μια καλοδουλεμένη θεατρική πρόταση.

 
error: Content is protected !!