Skip to main content
Την παράσταση “Το Μαράκι Έκλασε” σκηνοθετεί στη σκηνή του Faust η Γιώτα Σερεμέτη με την ομάδα των Seven Sisters. Είναι βασισμένη σε πέντε διηγήματα της Λένας Κιτσοπούλου (Σάκης, Η Τρύπα, Καραγκιόζης, ΕΛΤΑ και Χαρταετοί) από τις συλλογές διηγημάτων της συγγραφέως με τίτλο Νυχτερίδες (2006), Μεγάλοι Δρόμοι (2010) και Το Μάτι του Ψαριού (2015). Τα κείμενα έχουν όλα σκληρή γλώσσα, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της γραφής της, χρησιμοποιούν συχνά βωμολοχίες και ασχολούνται με οικογενειακές ιστορίες, οι οποίες ανήκουν στην κατηγορία αυτών που όταν τις ακούμε στις ειδήσεις ή τις διαβάζουμε σε κάποιο άρθρο, μας κάνουν να αναρωτιόμαστε για τη σήψη και τον ξεπεσμό της κοινωνίας του σήμερα και των ανθρώπινων κυττάρων της. Προβλήματα που προκύπτουν από την πατριαρχική δομή της σύγχρονης οικογένειας θίγονται με ευθύ και άμεσο τρόπο, διανθισμένο με πικρό χιούμορ, αναδεικνύοντας την ενδοοικογενειακή βία, την παιδοφιλία, την απώλεια, τη διαχείριση του πένθους, αλλά και τα τραύματα που μπορεί να κουβαλά κάποιος από την παιδική του ηλικία. Οι ανατροπές πάντα καιροφυλακτούν στα κείμενα της κ. Κιτσοπούλου και η περίπτωση της παράστασης αυτής δεν αποτελεί εξαίρεση.
to_maraki_eklase_-_afisa_0
Η Γιώτα Σερεμέτη σκηνοθετεί την παράσταση ακολουθώντας το γενικότερο ίχνος των ιστοριών που αποτελούν το κείμενο, φλερτάροντας με το θεατρικό παιχνίδι, χωρίς να δίνει συγκεκριμένους ρόλους σε κάθε ηθοποιό, τονίζοντας έτσι τη συλλογικότητα του εγχειρήματος. Η σκυτάλη του λόγου εναλλάσσεται συνεχώς, όπως και οι θέσεις των ηθοποιών στο χώρο, αφού τα θέματα που θίγονται μας αφορούν όλους. Είχα συχνά στη ροή του έργου την αίσθηση της διήγησης ενός παραμυθιού, στο οποίο ο “δράκος” παρουσιάζεται με ανθρώπινη μάσκα, που καιροφυλακτεί για να εντοπίσει την ανθρώπινη αδυναμία και να χτυπήσει. Οι φωνές που διηγούνται έχουν συναίσθημα και επιχειρούν να θίξουν τις ίδιες χορδές του θεατή. Να τον κάνουν να σκεφτεί, να προβληματιστεί, να παραμερίσει την όποια υπερβολή διακρίνει στις ιστορίες και να μπει στην ουσία τους. Το κοινωνικό σχόλιο εμπεριέχει το σαρκασμό, αλλά και την υφέρπουσα προτροπή να μη σιωπούμε, να μην καλύπτουμε, να μη στρέφουμε το βλέμμα μας αλλού, αλλά να επιδεικνύουμε σωστά αντανακλαστικά όταν πρέπει, ούτως ώστε να αποφεύγουμε τις δύσκολες και αμήχανες καταστάσεις παρά να θρηνούμε γι’ αυτές κατόπιν εορτής. Η σκηνοθετική προσέγγιση έδωσε μια ελευθερία σκηνικού αυτοσχεδιασμού στις ηθοποιούς και ίσως προέβλεψε ότι στα πλαίσιά του θα γίνουν κάποια μικρά ή μεγαλύτερα λάθη, αλλά το έκανε απενοχοποιημένα, θεωρώντας ότι κι αυτά θα συμβάλλουν θετικά στη γενικότερη εικόνα της παράστασης. Εκ των υστέρων θεωρώ ότι πέτυχε το στόχο της σε σημαντικό βαθμό, καθώς υπήρχε ζωντάνια, πάθος, εγρήγορση και κατάφερε να ξεκλειδώσει τους κώδικες επικοινωνίας με τους θεατές.
Η Χριστίνα Ανδρεάκου, η Ελένη Γκιούρα, η Άρτεμις Δούρου, η Μαρία Σαρέλη, η Γιώτα Σερεμέτη και η Βάνα Σλέιμαν (με τη Λυδία Τσάτσου-Παρασκευοπούλου στα decks) είναι τα μέλη της ομάδας Seven Sistersπου πρωταγωνιστούν. Όπως προείπα δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι ρόλοι, αλλά όλες έχουν ισότιμη συμμετοχή στα επί σκηνής δρώμενα και λεγόμενα. Η καθεμία διατηρεί την ιδιαιτερότητα και την ταυτότητά της, αλλά εντάσσονται αρμονικά στο σύνολο με τέμπο, μπρίο, συγκέντρωση, χωρίς ερμηνευτικούς εγωισμούς, δίνοντας η μία τη σκυτάλη στην άλλη αβίαστα και σχεδόν με κλειστά μάτια, με τη σκηνική τους αυτή επικοινωνία να αποτελεί από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της παράστασης. Καταφέρνουν να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους, μεταφέροντας πολύ επιτυχημένα τα μηνύματα του κειμένου και κάνοντας το θεατή κοινωνό τους. Η αμεσότητά τους είναι τέτοια, ώστε νιώθεις ότι σου απευθύνονται προσωπικά, θέτοντας ερωτήματα και γυρεύοντας απαντήσεις. Μικρά τεχνικά λάθη υπήρξαν, αλλά είναι από αυτά στα οποία δεν στέκεσαι, γιατί βλέπεις να υπάρχει ταλέντο και όρεξη για δουλειά που συγκροτούν ένα μεγαλύτερο και πιο σημαντικό πλαίσιο οπτικής του θεατή.
ΤΟ ΜΑΡΑΚΙ ΕΚΛΑΣΕ ΚΡΙΤΙΚΗ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
Ο σκηνικός χώρος είχε την επιμέλεια της ομάδας, με πέντε καρέκλες σκόρπιες στη σκηνή, όπου και κάθονται οι συμμετέχουσες στην κάθε ιστορία και μικρά σκηνικά αντικείμενα που εξυπηρετούν τις εκάστοτε ανάγκες. Ομοίως είχαν και τη φροντίδα των κοστουμιών τα οποία ήταν απλά, καθημερινά ρούχα, όπως απλοί και καθημερινοί είναι και οι χαρακτήρες που παρουσιάστηκαν. Η σκηνοθέτις επέλεξε και τη μουσική επένδυση των ιστοριών με γνωστά τραγούδια (ενδεικτικά αναφέρω το “Καλημέρα, τι Κάνεις” με το Γιάννη Πάριο, ή τη “Φωτογραφία” με την Άλκηστη Πρωτοψάλτη), των οποίων οι στίχοι έχουν σημεία αναφοράς με τις αντίστοιχες ιστορίες. Οι φωτισμοί του Κώστα Φιλίππογλου εστιάζουν σωστά στην εκάστοτε πρωταγωνίστρια και παίζουν δημιουργικά με τις σκιές.
Συμπερασματικά, στη σκηνή του Faust, παρακολούθησα πέντε ιστορίες της Λένας Κιτσοπούλου, με κοινή αφηγηματική ραχοκοκκαλιά, δοσμένες με ρεαλισμό, ενσυναίσθηση και στόχο να προβληματίσουν και να δημιουργήσουν πεδίο σκέψης. Κάποιες γλωσσικές υπερβολές ίσως μπορούσαν να λείπουν, χωρίς να αλλοιωθεί ο ιδιαίτερος τρόπος γραφής της συγγραφέως, αλλά δεν επηρεάζουν την ενδιαφέρουσα γραμμή που ακολουθείται και καταφέρνει να επικοινωνήσει επιτυχημένα στους θεατές την ουσία του κειμένου. Στην ερμηνευτική ομάδα είδα ατομικό ταλέντο, ομαδική δουλειά, νεύρο και δυναμική, αλλά και περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης, οπότε είναι καλό να σημειώσουμε κάπου το όνομα των Seven Sisters ως παρακαταθήκη για το μέλλον.  

 
error: Content is protected !!