Skip to main content
Το νέο τους έργο με τίτλο “Φεγγάρι από Χαρτί” σκηνοθετούν στη σκηνή “Μαρίκα Κοτοπούλη” του Ρεξ για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου ο Μιχάλης Ρέππας και ο Θανάσης Παπαθανασίου. Ο Αντώνης, ο αφηγητής του έργου, μεγαλύτερος πλέον σε ηλικία κατά τρεις και κάτι δεκαετίες και επιτυχημένος επαγγελματίας, γυρίζει πίσω στις παιδικές του αναμνήσεις της δεκαετίας του ’60 στο νεοκλασικό σπίτι που έμενε στην οδό Αστυδάμαντος στο Παγκράτι. Το έργο τοποθετείται χρονικά από την άνοιξη του 1963 ως την άνοιξη του 1964 με πρωταγωνιστές τον ίδιο, την οικογένειά του και τις οικογένειες των δύο αδελφών της μητέρας του με το υπηρετικό τους προσωπικό. Η περιοχή διαφορετική από το σήμερα, με σπίτια πιο χαμηλά κι έντονη την αίσθηση της γειτονιάς με τα μαγαζάκια της, τους περισσότερους να γνωρίζονται μεταξύ τους, τον κοινωνικό σχολιασμό στην ημερησία διάταξη και τα παιδιά να μεγαλώνουν παίζοντας στους δρόμους και τις αλάνες, γνωρίζοντας εκεί και τα πρώτα τους ερωτικά σκιρτήματα. Μια εποχή με πολλά και σημαντικά γεγονότα για την Ελλάδα και τον κόσμο, που επούλωνε τις πληγές περασμένων δεκαετιών και άφηνε σημαντικές ελπίδες για ένα πολύ καλύτερο αύριο. Οι παιδικές ανησυχίες και οι εφηβικοί καυγάδες μπλέκονται αναπόφευκτα με τα καθημερινά προβλήματα των ενηλίκων, τις ερωτικές τους ατασθαλίες και είναι όλα αυτά που θα διαμορφώσουν τις σχέσεις και τις ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα του καθενός. Οι προσωπικές ιστορίες σημαδεύουν ανεξίτηλα την πορεία των πρωταγωνιστών τους και κάποια γεγονότα γίνονται οι συναισθηματικές υποθήκες του μέλλοντος. Κάποια από τα όνειρα και τις επιθυμίες θα πραγματοποιηθούν και κάποια άλλα όχι.
φεγγαρι απο χαρτι
Ο Μιχάλης Ρέππας και ο Θανάσης Παπαθανασίου στο σκηνοθετικό τιμόνι της παράστασης, επιχειρούν να συνδυάσουν το λόγο με τη μουσική και τα τραγούδια για να αναπλάσουν εικόνες μιας σημαδιακής (για κάποιους “χρυσής”) δεκαετίας και μέσα από αναγνωρίσιμες προσωπικές ιστορίες να δώσουν το στίγμα μιας εποχής με ελπίδα και αισιόδοξη προοπτική. Η προσέγγισή τους ακολουθώντας τη γραμμή του κειμένου δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις ερωτικές περιπέτειες των ενήλικων και τις ατασθαλίες τους που επηρεάζουν το γενικότερο οικογενειακό κλίμα όλων των εμπλεκομένων, κάνοντας το όλο εγχείρημα μονότονο και καθόλου αντιπροσωπευτικό του κλίματος μιας ολόκληρης δεκαετίας. Τα υπόλοιπα γεγονότα, αλλά και οι ενδοοικογενειακές σχέσεις περνούν μόνο μέσα από αυτό το πρίσμα, το οποίο είναι τελικά και αυτό που τις καθορίζει. Αλλά και οι ιστορίες των παιδιών πλέκονται κυρίως γύρω από τα πρώτα τους ερωτικά σκιρτήματα, τα πειράγματα προς τις νεαρές υπηρέτριες ή τα άλλα κορίτσια της γειτονιάς και αυτές στα διαλείμματα των αντίστοιχων ενήλικων ιστοριών. Δυσκολεύτηκα να εντοπίσω μια δεύτερη ανάγνωση, λίγο βαθύτερη, στους μάλλον σχηματικούς, ανέμπνευστους και κλισέ διαλόγους, που είχαν ελάχιστο ή ανύπαρκτο χιούμορ και συχνά μου θύμισαν μέτρια τηλεοπτική δουλειά. Οι εικόνες είχαν μια ανάλογη προχειρότητα και έλλειψη φαντασίας, καθώς δεν είχαν διάρκεια και καμία ποικιλία, με τα σκηνικά “στιγμιότυπα” να διακόπτονται από την ανά τετράλεπτο (εκνευριστική) περιστροφή του σκηνικού. Ολοκληρωμένοι χαρακτήρες είναι προφανές ότι δεν υπάρχουν και καμία εξέλιξή τους δε λαμβάνει χώρα στη χρονική ροή της παράστασης. Η μουσική και τα τραγούδια προσπάθησαν να θυμίσουν μια κάποια ατμόσφαιρα 60s, αλλά κι εκεί η πραγματική έμπνευση ήταν ελάχιστη, σε ξεπερασμένες μουσικές και στιχουργικές φόρμες που μου θύμισαν μάλλον φτηνές βιντεοταινίες της δεκαετίας του ’80. Η επιλογή της συχνής παρουσίας του αφηγητή στη ροή της ιστορίας έριχνε τον όποιο ρυθμό προσπαθούσε να αποκτήσει η παράσταση μέσω της σκηνικής δράσης και πρόσθετε πόντους στην ανία που μου προκάλεσαν οι διάλογοι. Οι ερμηνείες χωρίς συντονισμό ή ιδιαίτερη χημεία μεταξύ τους ακολούθησαν τη γενική μετριότητα.
φεγγαρι απο χαρτι
Ο Μάξιμος Μουμούρης στο ρόλο του Γιάννη, δημιουργεί μια μάλλον αφελή και άτολμη πατρική φιγούρα, η οποία έχει ελάχιστη συνεισφορά στα οικογενειακά θέματα. Η κίνησή του συχνά ήταν αμήχανη, ο λόγος του άνευρος, με την όλη ερμηνεία να είναι εστιασμένη στις παράλληλες ερωτικές του ιστορίες. Η Τζίνη Παπαδοπούλου ήταν η Καίτη, η σύζυγος του Γιάννη, η οποία ανέδειξε κάποιες ψυχολογικές εκφάνσεις της ηρωίδας της, κράτησε την ισορροπία μεταξύ λόγου και κίνησης, απέφυγε τις υπερβολές, αλλά η (καλή) ερμηνεία της ένιωσα ότι βασίστηκε κατά κύριο λόγο στην τεχνική της. Η Τζόυς Ευείδη έπαιξε την κάπως φιλελεύθερη θεία Ρενάτα, με τη φωνή της όμως να μη συνάδει με τη θηλυκότητα που υποτίθεται ότι είχε ο χαρακτήρας της και τα υπερβολικά συναισθηματικά της ξεσπάσματα του τέλους να οδηγούν το χαρακτήρα της στην καρικατούρα. Ο Σταύρος Καραγιάννης υποδύθηκε τον Ερρίκο, με μια κουραστική φόρμα ωραιοπάθειας, που περιορίστηκε σε επίπεδο λόγο και αδικαιολόγητα ακκιστική κίνηση, σε μια ερμηνεία που ξεχνάς άμεσα μετά την αποχώρηση από την αίθουσα. Στο ίδιο μήκος κύματος και η Ελίτα Κουνάδη ως κυρία Θάλεια, χωρίς κανένα συναισθηματικό υπόβαθρο, η οποία δε με έπεισε ούτε καν για το θυμό και την οργή της για τα ερωτικά παραστρατήματα του συζύγου της. Ο Πάνος Σταθακόπουλος ερμήνευσε το θείο Στάθη, πατώντας πάνω σε κάποια τηλεοπτικά στερεότυπα, με μία κωμική φόρμα που η επανάληψή της με κούρασε και δεν πρόσφερε τίποτε ουσιαστικό στο ρόλο. Η Εύα Σιμάτου ήταν η θεία Τζίνα, συχνά η μόνη φωνή λογικής στην ομήγυρη των ενηλίκων, η οποία μπόλιασε την ερμηνεία της με αξιοπρέπεια και συνέπεια, ανέδειξε κάποιες ψυχολογικές προεκτάσεις της ηρωίδας της, ενώ είχε ισορροπία στη σκηνή. Ο Κωνσταντίνος Γαβαλάς στο ρόλο του θείου Κώστα δεν καταφέρνει να είναι πειστικός στις brutal απαιτήσεις του ήρωά του, ενώ το gay στιγμιότυπο με τον ανιψιό του τον Αντώνη ήταν κακοστημένο και με μεγάλη δόση αφέλειας. Η Εριέττα Μανούρη ήταν η εξαδέλφη Ειρήνη, ο ερχομός της οποίας αναστατώνει την οικογένεια του Αντώνη με το ερωτικό της μπλέξιμο με τον πατέρα Γιάννη. Η ερμηνεία της επίπεδη τόσο εκφραστικά, όσο και συναισθηματικά, δεν είχε κανένα ενδιαφέρον και δεν άγγιξε καμία ευαίσθητη χορδή μου ως θεατή. Ο Γιάννης Μπουραζάνας στο μικρό, αλλά χαρακτηριστικό ρόλο του παντοπώλη, ξεχώρισε από τη γενική μετριότητα, αφού ο λόγος του είχε χρώμα και απεύθυνση και με τη σκηνική του παρουσία δημιούργησε έναν αυθεντικά απλό και ειλικρινή τύπο τίμιου, λαϊκού βιοπαλαιστή. Ο Άρης Πλασκασοβίτης υποδύθηκε το νεαρό Αντώνη προσπαθώντας να αλλοιώσει τόσο τη φωνή, όσο και την κίνησή του για να ταιριάξει (ανεπιτυχώς) ηλικιακά με το χαρακτήρα που ερμήνευσε. Ο Γιώργος Τσούρμας έπαιξε τον ενήλικο Αντώνη που ήταν ταυτόχρονα και ο αφηγητής της ιστορίας, ένας ρόλος που μάλλον χαλούσε με τις παρεμβάσεις του τον όποιο ρυθμό της παράστασης, ενώ η “ραδιοφωνική” χροιά της φωνής του ήταν αστήρικτη και αδικαιολόγητα ακκιστική. Ο Λάμπρος Κωνσταντέας (Νίκος), ο Σπύρος Κυριάκος (Ιάσονας) και ο Τζώρτζης Παπαδόπουλος (Ναπολέων) ήταν (ενίοτε μαζί με τον Αντώνη) η παρέα των αγοριών, οι οποίοι δεν είχαν καλή σκηνική χημεία μεταξύ τους, με τον πρώτο να δείχνει λίγο πιο συγκεντρωμένος στο χαρακτήρα του, το δεύτερο να προσπαθεί να βγάλει μια αφελή παιδικότητα και τον τρίτο να χρησιμοποιεί την υπερβολή τόσο στο λόγο όσο και στην κίνηση ως βασικό μέσο έκφρασης. Η Αναστασία Ζάχου (Μοσχούλα), η Χρύσα Μιχαλοπούλου (Φανή), η Βαγγελίνα Σκλαβενίτη (Μάρω) και η Μαριαλένα Ροζάκη (Ρίτα) αποτέλεσαν την παρέα των κοριτσιών, οι οποίες είχαν μεγαλύτερη ζωντάνια και αμεσότητα από τα αγόρια και μπόρεσαν να σταθούν ικανοποιητικά με τις βόλτες τους, τα χάχανα και το κουτσομπολιό τους (όπως συχνά έκαναν οι νεαρές υπηρέτριες εκείνης της εποχής). Ο Αλέκος Βασιλάτος (κοντραμπάσο), ο Διονύσης Βερβιτσιώτης (βιολί), η Σοφία Ευκλείδου (τσέλο), ο Κώστας Ιωαννίδης (κλαρινέτο, σαξόφωνο) και ο Θόδωρος Κοτεπάνος (πιάνο) είναι η πεντάδα που έπαιξε ζωντανά στη σκηνή τη μουσική της παράστασης και προσπάθησε να μας ταξιδέψει στην εποχή που διαδραματίζεται το έργο.
φεγγαρι απο χαρτι
Το σκηνικό που έστησε η Έλλη Παπαγεωργακοπούλου προσπάθησε να αναπαραστήσει ένα αστικό ψηλοτάβανο νεοκλασικό, αλλά χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, καθώς το καθιστικό ήταν πληκτικό και φτωχό (και με ίδια επίπλωση σε όλα τα σπίτια), η εξωτερική αυλή ανέμπνευστη, ενώ η συνεχής περιστροφή εξωτερικού και εσωτερικού χώρου ήταν κουραστική και στο τέλος εκνευριστική. Τα κοστούμια της Έβελιν Σιούπη είχαν ποικιλία, χρώμα κι έντυσαν ικανοποιητικά τους χαρακτήρες του έργου. Ο Νίκος Κυπουργός στη μουσική της παράστασης δεν ήταν και στην καλύτερή του φόρμα, αφού οι μελωδίες του δεν είχαν στίγμα, ήταν γειωμένες και με φανερή αδυναμία να εντυπωθούν στη μνήμη του θεατή. Συμπαθείς οι στίχοι της Αφροδίτης Μάνου, είχαν μια κάποια δυναμική κι έβγαλαν σε κάποιες περιπτώσεις συναίσθημα και ουσία. Στη γνώριμη ποιότητά της η μουσική διδασκαλία της Μελίνας Παιονίδου, ενώ την επιμέλεια της κίνησης, η οποία ήταν επίσης άνευρη και χωρίς ουσιαστικό αποτύπωμα είχε ο Φωκάς Ευαγγελινός. Οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου φώτισαν ικανοποιητικά τα ανοικτά και τα ομαδικά πλάνα της παράστασης, αλλά μου έλειψε το κάτι ιδιαίτερο στις συγκρούσεις των χαρακτήρων που θα δημιουργούσε ατμόσφαιρα.
 
Συμπερασματικά, στη σκηνή Μαρίκα Κοτοπούλη του Ρεξ, παρακολούθησα μια παράσταση που θεωρητικά αποτελούσε ένα σκηνικό και μουσικό ταξίδι στη δεκαετία του ’60, αλλά έμεινε αποκλειστικά στην εξιστόρηση των ερωτικών περιπετειών των πρωταγωνιστών και τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα των νεαρών διαδόχων τους. Ακόμα όμως κι αυτό έγινε με έναν βαρετό, σχηματικό και ανούσιο τρόπο, με τις ιστορίες να μην έχουν ούτε ένα τυπικό δεύτερο επίπεδο, να είναι χωρίς βάθος και να μην προκαλούν καμία συμπάθεια τα “παθήματα” των ηρώων. Η μουσική και η κίνηση δεν κατάφεραν να σώσουν τα προσχήματα και να προσεγγίσουν το πνεύμα της εποχής, το χιούμορ ήταν ελάχιστο και παρόν μόνο σε αποσπασματικές ατάκες, ο ρυθμός σχεδόν ανύπαρκτος, η συνεχής περιστροφή του σκηνικού δοκίμασε την υπομονή και τα νεύρα μου ως θεατή, ενώ οι λίγες καλές ερμηνείες δεν μπόρεσαν να αποτελέσουν ικανοποιητικό σωσίβιο. Κάπως έτσι περίμενα καρτερικά το τέλος, που έμοιαζε λυτρωτικό, σε μια προσπάθεια που ήταν από τις ατυχέστερες της φετινής θεατρικής σεζόν.
error: Content is protected !!