Skip to main content
Το μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα Εκτόρ-Ανρί Μαλό (Hector-Henri Malot) με τίτλο “Χωρίς Οικογένεια” (Sans Famille) σκηνοθετεί στην Παιδική Σκηνή του Θεάτρου Τέχνης ο Δημήτρης Δεγαΐτης. Εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1878, γνώρισε μεγάλη επιτυχία, βραβεύτηκε από τη Γαλλική Ακαδημία και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες. Ο μικρός Ρεμί στα 8 του μαθαίνει ότι η μητέρα που τον μεγάλωνε με στοργή και αγάπη μέχρι τώρα, η κυρία Μπαρμπερέν, δεν είναι η πραγματική, αλλά τον βρήκε ο σύζυγός της στο Παρίσι εγκαταλελειμένο ως βρέφος, φορώντας όμως ωραία ρούχα ενδεικτικά της ευγενικής του καταγωγής και τον πήρε μαζί του για να εισπράττουν ένα κρατικό βοήθημα. Καθώς οι Μπαρμπερέν βρίσκονται σε μεγάλη οικονομική δυσχέρεια, ο κύριος Μπαρμπερέν αποφασίζει να πουλήσει τον Ρεμί στον παράξενο, πλανόδιο θίασο του σινιόρ Βιτάλι, που αποτελείται από τον ίδιο, ένα σκύλο και μια μαϊμού. Αυτός είναι καλοσυνάτος και αγαπά τον Ρεμί, αλλά άθελά του μπλέκεται σε έναν καυγά με κάποιον τοπικό αστυνομικό και καταλήγει στη φυλακή για λίγο καιρό. Στο διάστημα της φυλάκισης αυτής ο Ρεμί και ο υπόλοιπος θίασος καταφέρνουν να βρουν καταφύγιο στο ποταμόπλοιο της πλούσιας κυρίας Μίλιγκαν και να διασκεδάζουν τον άρρωστο γιο της, τον Άρθουρ. Η αποφυλάκιση του σινιόρ Βιτάλι σημαίνει νέες περιπλανήσεις για το Ρεμί, αφήνοντας τους Μίλιγκαν. Καταλήγουν στο Παρίσι όπου το αφεντικό του τον αφήνει σε ένα φίλο του, τον Γκαρόφολι, ο οποίος όμως φέρεται άσχημα και εκμεταλλεύεται τα παιδιά που έχει στη δούλεψή του. Έτσι το σκάει και πάλι και μετά από πολλές περιπλανήσεις και το θάνατο του σινιόρ Βιτάλι, θα ενώσει τις δυνάμεις του με τον νεαρό και ταλαντούχο Ματτία, με τον οποίο θα κάνουν ένα δυναμικό ντουέτο. Επιστρέφοντας να δει τη θετή του μητέρα θα βρεθεί στα ίχνη της πραγματικής του οικογένειας, η οποία τον αναζητά. Μετά από κάποιες νέες περιπέτειες θα καταφέρει τελικά να ενωθεί μαζί τους. Η διασκευή έγινε από την Άνδρη Θεοδότου σε μια απλή και κατανοητή γλώσσα, με το κείμενο να έχει αμεσότητα, ροή και συνέχεια, να διατηρεί τη ραχοκοκαλιά των μηνυμάτων του και να έχουν ενσωματωθεί σε αυτό με επιτυχημένο τρόπο τραγούδια. 
χωρισ οικογενεια
Ο Δημήτρης Δεγαΐτης σκηνοθετεί την παράσταση, κρατώντας τα πιο σημαντικά στοιχεία του νοηματικού πυρήνα του κειμένου, συνδυάζοντας την αφήγηση με μια ικανοποιητική δόση μιούζικαλ και διατηρώντας μια ευφρόσυνη διάθεση που αποτελεί ζωντανό κύτταρό της. Καθώς η παράσταση απευθύνεται πρωταρχικά σε παιδικό κοινό, υπάρχει μια συνεχής κινητικότητα που της δίνει ενέργεια, ζωντάνια και διατηρεί ακέραιο το ενδιαφέρον ενός παιδιού που σε καμία περίπτωση δεν προλαβαίνει να βαρεθεί. Ο λόγος είναι άμεσος, απλός, ξεκάθαρος και καταφέρνει να περάσει τα μηνύματά του χωρίς διδακτισμό ή αυστηρότητα, αλλά μέσα από μια διασκεδαστική διαδικασία με μαθησιακό προσανατολισμό, που εμπεριέχει μουσική, τραγούδια, αλλά και δυναμικούς διαλόγους. Παράλληλα, απευθύνεται εξίσου και σε ενήλικο κοινό, αφού έχει συγκρότηση, ειρμό και μια ρεαλιστική οπτική που δεν καταφεύγει σε ευκολίες και υπεραπλουστεύσεις, αλλά σε μια ώριμη και νοσταλγική παιδικότητα. Χρησιμοποιεί ευρηματικά τεχνικές του σωματικού θεάτρου, με τους ηθοποιούς να αναπαριστούν με ιδιαίτερα χαριτωμένο τρόπο την αγελάδα των Μπαρμπερέν την Κοκκινιώ, το σκύλο και τη μαϊμού του θιάσου του σινιόρ Βιτάλι, τις νυχτερίδες, το παγώνι και γενικότερα όποιο άλλο μέλος του ζωικού βασιλείου χρειάζεται. Σε όλα αυτά προστίθενται και το πηγαίο χιούμορ που έχει εμποτίσει το λόγο, η θετική ενέργεια που διατρέχει το έργο από την πρώτη ως την τελευταία του σκηνή και κάποιοι αυτοσχεδιασμοί (ερμηνευτικοί και ηχητικοί) που προκύπτουν για τους ηθοποιούς στην εξέλιξη της παράστασης που τροφοδοτούν δημιουργικά τόσο την παιδική, όσο και την ενήλικη φαντασία. Η εναλλαγή των εικόνων είναι γρήγορη, ο λόγος και η μουσική (τόσο η ζωντανή, όσο και η ηχογραφημένη) κρατούν τους πάντες σε εγρήγορση και το (χαρούμενο) τέλος της παράστασης αφήνει μια τελική αίσθηση ευφορίας. Το συναίσθημα, η ευαισθησία και η συγκίνηση δεν έλειψαν και υπήρχαν στις σωστές αναλογίες, ώστε να μη γίνει κατάχρησή τους.  
χωρισ οικογενεια
Ο Μάριος Κρητικόπουλος στο ρόλο του Ρεμί, ενσταλάζει στον ήρωά του μια παιδική αφέλεια και ανεμελιά, η οποία στη ροή της παράστασης εξελίσσεται σε μια ωριμότητα και συνείδηση των πιθανών κινδύνων των περιπλανήσεών του. Έχει καθαρό λόγο, με σωστή άρθρωση και τονισμούς, συνεχή κίνηση και χειρίζεται τα εκφραστικά του μέσα με σύνεση και ακρίβεια, εκμεταλλευόμενος σχεδόν απόλυτα τις δυνατότητες του ρόλου αυτού. Ο Κωνσταντίνος Ευστρατίου ερμηνεύοντας το σινιόρ Βιτάλι (αλλά και τον κύριο Ντρίσκολ), αξιοποιεί σε πολύ μεγάλο βαθμό την εμπειρία του στο μουσικό θέατρο δίνοντας έναν καλοσυνάτο “θιασάρχη” καλλιτεχνών του δρόμου και συγχρόνως έναν ακούραστο διασκεδαστή με καλλιτεχνικές, αλλά και ανθρώπινες ευαισθησίες. Ο Φοίβος Μαρίνος-Σαμαρτζής υποδύεται τον άρρωστο Άρθουρ Μίλιγκαν με μια σχεδόν ασίγαστη δίψα για ζωή, ενώ σαν Ματτία στέκεται με αντίστοιχο ταλέντο και πλεονάζουσα ενέργεια δίπλα στο Ρεμί, δημιουργώντας ένα καλοκουρδισμένο ντουέτο, με εξαιρετικό (φωνητικό και κινητικό) συντονισμό. Ο Δημοσθένης Φίλιππας παίζει έναν Ζωέμπορα, τον κύριο Μπαμπερέν, ο οποίος με τον απότομο λόγο, τις γκριμάτσες και την όλη μιζέρια και φιλαργυρία που αποπνέει γίνεται άμεσα και αυθόρμητα αντιπαθής, έναν αντίστοιχα αποκρουστικό Γκαρόφολι, τον δολοπλόκο Τζέιμς Μίλλιγκαν, τον Ακέν και τον Γκερθ. Όλα αυτά χωρίς υπερβολές και χωρίς ούτε στιγμή να διολισθήσει στην καρικατούρα. Η Κατερίνα Μηλιώτη είναι μια συμπαθέσταση και καλοκάγαθη κυρία Μπαρμπερέν, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το χαρακτήρα του συζύγου της και δικαιολογεί απόλυτα με την σκηνική της παρουσία την αγάπη που της έχει ο Ρεμί. Υποδύεται ακόμα μια κοπέλα, το 3ο παιδί, τη Μαρία και τη Γιαγιά. Ο Σταύρος Καραμπάτσος και ο Χρήστος Δεσπότης έχουν τη δύσκολη αποστολή να ερμηνεύσουν τον σκύλο (τον Καπί) και τη μαϊμού (τον Καρίνο-αλλά και το 1ο παιδί, έναν Υπάλληλο και το Νεττ Ντρίσκολ) του θιάσου του σινιόρ Βιτάλι. Παρ’ όλα αυτά καταφέρνουν να ανταπεξέλθουν με πολλή επιτυχία στις σωματικές δυσκολίες των ρόλων τους και να τους φέρουν σε πέρας με υπέροχο τρόπο, αφήνοντας το στίγμα τους στην παράσταση και σκορπίζοντας γέλιο τόσο σε παιδιά, όσο και ενήλικες. Η Φραγκίσκη Μουστάκη ερμηνεύει μια γλυκύτατη και προσηνή κυρία Μίλλιγκαν, τη Γριά Ξενοδόχα, τη Λίζα, την κυρία Ντρίσκολ, το Ζαν και μια νύφη, ενώ το θίασο συμπληρώνει καταθέτοντας και αυτός το ιδιαίτερο ταλέντο του ο Τάσος Προβιάς παίζοντας πολλούς μικρούς ρόλους (έναν Άγνωστο, τον Φρανσουά, τον αντιπαθέστατο και εριστικό αστυφύλακα, τον Τζον, το 2ο παιδί, τον Άλεξ, έναν Γαμπρό, τον Γκάλλεϊ και τον Άλλεν Ντρίσκολ). Όλοι μαζί δημιουργούν μια πολύ δεμένη ομάδα, όπου κανείς δεν υστερεί, τραγουδούν, χορεύουν και παίζουν μεταγγίζοντας κέφι και καλή διάθεση στο κοινό της πλατείας.
Τα σκηνικά της Μαντώς Ψυχουντάκη διαμορφώνουν τους χώρους δράσης με ένα σύνολο από καρέκλες και σκούπες (και κάποια μικρότερα σκηνικά αντικείμενα) που μετακινείται και μεταμορφώνεται ευφάνταστα από τους ηθοποιούς, αφήνοντας πάντα ικανοποιητικό χώρο για την κίνησή τους. Τα κοστούμια της ίδιας έχουν μια αίσθηση απλότητας με άσπρο μπλουζάκι κι ένα χωριάτικου τύπου παντελόνι, αλλά όχι προχειρότητας. Δείχνουν λειτουργικά και άνετα για να επιτρέπουν τη συνεχή και έντονη κινητικότητα του θιάσου. Η μουσική του Νίκου Τσέκου και τα αντίστοιχα τραγούδια αποτελούν ζωντανό κύτταρο της παράστασης, προωθούν μαζί με την αφήγηση την εξέλιξη της ιστορίας και αποτελούν πηγή αισιοδοξίας και ψυχικής ευφορίας για το κοινό που τα ακούει. Η κίνηση της Μαρίζας Τσίγκα αποτελεί σημαντικό εργαλείο ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας του λόγου, συνεργάζεται εξαιρετικά μαζί του και έχει προσεχθεί στη λεπτομέρειά της. Οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου ατμοσφαιρικοί και εστιάζουν σωστά στα πρόσωπα των εκάστοτε πρωταγωνιστών.
Συμπερασματικά, στη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης και για τις ανάγκες της παιδικής του σκηνής, παρακολούθησα μια παράσταση ενός κλασσικού μυθιστορήματος που βασίστηκε σε μια πολύ καλή διασκευή, στην οποία έμειναν όλα τα ουσιώδη νοήματα και εμπλουτίστηκε με μουσική και τραγούδια. Η σκηνοθετική προσέγγιση κράτησε όλη την παιδική αθωότητα του κειμένου, το έκανε ένα ανθρωποκεντρικό μουσικό παραμύθι που απευθύνεται με τον ίδιο σεβασμό και ευαισθησία τόσο στα παιδιά όσο και στους ενήλικους συνοδούς τους, με το λόγο, τα τραγούδια και την κίνηση να συνεργάζονται σε μια θεατρική συνισταμένη με κέφι, ρυθμό και θετική ενέργεια. Οι ηθοποιοί υπηρέτησαν με απόλυτη συγκέντρωση τη σκηνοθετική γραμμή, δημιούργησαν μια συμπαγή και δουλεμένη ομάδα, αξιοποίησαν ποικιλοτρόπως τα εκφραστικά τους μέσα και χάρισαν στους θεατές ένα ιδιαίτερα ευφρόσυνο θεατρικό ταξίδι στις παιδικές τους αναμνήσεις, που μένει για αρκετό καιρό στο νου και την καρδιά τους.      
error: Content is protected !!