Skip to main content
Οι μονόλογοι “Φροσύν瓨και “Πασού” του Στέφανου Παπατρέχα παρουσιάζονται στο Θέατρο Άβατον, σε συν-σκηνοθεσία του συγγραφέα και του Λάζαρου Βαρτάνη. Μια νεαρή ηθοποιός καλείται στα πλαίσια ενός θεατρικού αυτοσχεδιασμού να ετοιμάσει και να ερμηνεύσει έναν μονόλογο σχετικό με την κυρά Φροσύνη (κατά κόσμον Ευφροσύνη Βασιλείου), ένα υπαρκτό πρόσωπο και μια γυναίκα θρύλο για τα Γιάννενα, η οποία βρήκε τραγικό θάνατο μαζί με άλλες 17 γυναίκες της πόλης στα νερά της λίμνης Παμβώτιδας από τον Αλή Πασά. Γνωρίζοντας πολύ λίγα πράγματα για την ηρωίδα που της ζητούν να ερμηνεύσει, η κοπέλα καταφεύγει σε όποια βοήθεια μπορεί προκειμένου να αντλήσει πληροφορίες γι’ αυτήν, από το λήμμα της Wikipedia, μέχρι ιστορικά ή άλλα κείμενα που εντοπίζει στο διαδίκτυο. Ανακαλύπτει ότι επρόκειτο για μία όμορφη γυναίκα με ευγενική καταγωγή, η οποία, αν και παντρεμένη, ερωτεύθηκε τον Μουχτάρ, τον γιο του Αλή Πασά, επίσης παντρεμένο, δεχόμενη να γίνει η ερωμένη του προκαλώντας την μήνιν και την αντίδραση της γυναίκας του. Αυτή εκφράζει τα παράπονά της στον Αλή Πασά κι αυτός αποφασίζει το θάνατό της Φροσύνης δια πνιγμού στη λίμνη μαζί με άλλες 17 κοπέλες για παραδειγματισμό. Τα στοιχεία που διαβάζει για τη Φροσύνη την προκαλούν να δοκιμάσει ρούχα, φωνές, στάσεις σώματος που μπορεί να τη μυήσουν στο σύμπαν της γυναίκας αυτής και να αντιληφθεί τα συναισθήματα, τις σκέψεις και την ψυχολογία της την τελευταία νύχτα της ζωής της. Στο δεύτερο μονόλογο (ο οποίος έχει ιστορική και υφολογική συνάφεια με τον πρώτο) την “Πασού”, η ίδια κοπέλα την επόμενη μέρα επιστρέφει στο σπίτι της αναστατωμένη, καθώς ο σκηνοθέτης αλλάζοντας γνώμη και παρά την επιτυχημένη παρουσίαση της “Φροσύνης” της λέει να παρατήσει το χαρακτήρα της Φροσύνης και να ασχοληθεί με έναν αντίστοιχο μονόλογο, αλλά για την Πασού, την απατημένη γυναίκα του Μουχτάρ για την οποία πολύ λίγες λεπτομέρειες (ιστορικές και μη) είναι γνωστές. Με τη διαδικτυακή ενθάρρυνση μιας φίλης της αρχίζει να καταδύεται στον κόσμο της δεύτερης ηρωίδας και να βιώνει την απόρριψη και την απόγνωση της συζύγου, αλλά και τη σταδιακή μεταστροφή των αισθημάτων αυτών σε οργή, μίσος και μανία για εκδίκηση απέναντι σε αυτήν που θέλει να της στερήσει τον άντρα της. Τα δύο έργα αποτελούν ένα είδος αντίθετων όψεων ενός νομίσματος, καθώς μια ερωτική ιστορία φωτίζεται από δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες δύο γυναικών με διαφορετική ιδιοσυγκρασία και ψυχολογία. Αποφεύγουν τις άσκοπες ιστορικές πληροφορίες που δεν θα πρόσθεταν καμία ουσία στο εγχείρημα και δίνεται έμφαση στη οντότητα και τη διαφορετικότητα της κάθε γυναίκας.
Πασού#5 (Φωτογραφία Λιλή Νταλανίκα)
Ο Στέφανος Παπατρέχας με το Λάζαρο Βαρτάνη συν-σκηνοθετούν τους δύο μονολόγους δημιουργώντας μια συνθήκη θεάτρου εν θεάτρω, η οποία ξεκινά από το τώρα και μια νεαρή ηθοποιό που προσπαθεί να γνωρίσει, να κατανοήσει και στη συνέχεια να παίξει δύο γυναίκες που βρέθηκαν η μία απέναντι στην άλλη εξαιτίας του ίδιου άντρα. Η ανάλαφρη εισαγωγή (η οποία στη Φροσύνη κράτησε λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν) δίνει τη θέση της σε ένα ψυχογράφημα, το οποίο στη ροή της κάθε παράστασης γίνεται όλο και βαθύτερο και εκτενέστερο, διερευνώντας τις συναισθηματικές και συνειδησιακές αποχρώσεις της κάθε γυναίκας για να καταλήξει στην πηγή των ενεργειών τους. Η ηθοποιός γνωρίζει λίγο λίγο τις περσόνες που καλείται να υποδυθεί, παρασύρεται στη δίνη τους και γίνεται η κλειδαρότρυπα μέσα από την οποία ο θεατής παρακολουθεί τις αγωνίες και τα πάθη τους. Οι εικόνες που δημιουργούνται έχουν κορυφώσεις που βρίσκονται σε εξαιρετική αρμονία με την αιχμηρότητα του λόγου. Η υπαινικτική παρουσία της άλλης γυναίκας στον κάθε μονόλογο γίνεται το αγκάθι της δικής της ύπαρξης και η αιτία του προσωπικού της δράματος. Η σκηνοθετική προσέγγιση δεν παίρνει θέση, δε δικαιολογεί, δεν εκμαιεύει συμπάθεια ή αντιπάθεια, αλλά ρίχνει φως στις πιο σκοτεινές πτυχές του έρωτα προσπαθώντας να προσεγγίσει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τα ψυχολογικά αδιέξοδα κάθε ηρωίδας. Όσο κι αν το εγχείρημα ακούγεται σύνθετο η εκτέλεσή του γίνεται με ρεαλισμό, χωρίς συναισθηματικές υπερβολές ή ακροβασίες, αλλά εκμεταλλευόμενοι στο έπακρο τις δυνατότητες και τη δυναμική της ηθοποιού τους.
ΦΡΟΣΥΝΗΑυτή είναι η Σύνθια Μπατσή η οποία πέρα από τον εαυτό της, καλείται να περάσει στο σύμπαν δύο ηρωίδων για τις οποίες γνωρίζει ελάχιστα ή τίποτα και να κάνει ορατά στο θεατή τα περιεχόμενα της ψυχής τους και να τον κάνει κοινωνό τους. Αν και με μία υποβόσκουσα νευρικότητα στο πρώτο πεντάλεπτο της “Φροσύνης”, γρήγορα αποκαθιστά την επικοινωνία της με το θεατή και τον συμπαρασύρει στη δίνη που δείχνει να καταπίνει την ίδια, ενώ από μέσα της ξεπροβάλλουν δύο “άλλες” γυναίκες με διαφορετικό υπόβαθρο και ταμπεραμέντο, μέσα από τις οποίες βιώνει καταστάσεις, συναισθήματα και γεγονότα. Επιστρατεύει το σύνολο των εκφραστικών της μέσων, αλλά το σημαντικότερο είναι ο τρόπος που τα συνδυάζει για να αναδείξει τις λεπτές ισορροπίες των χαρακτήρων που υποδύεται. Η ερμηνεία της μοιάζει βιωματικά αυθεντική και αποτυπώνει με ένταση και πάθος τις ψυχολογικές εναλλαγές και κλιμακώσεις που προκαλούν τα συναισθήματα που αναδύονται. Δε χάνει το ρυθμό της, δημιουργεί καθαρές και δυνατές εικόνες και ο λόγος της ακούγεται καθαρός, ευθύς και γεμάτος ευαισθησία και ενσυναίσθηση. Στη “Φροσύνη” ακούγεται επίσης η φωνή του Αιμίλιου Χειλάκη, ενώ στην “Πασού” συμμετέχει με τον ίδιο τρόπο η Λυδία Φωτοπούλου.
Ο σκηνικός χώρος της Έλλης Εμπεδοκλή περιλαμβάνει το γραφείο με τον υπολογιστή απ’ όπου εκκινούν οι δύο μονόλογοι, αλλά και πινελιές ενός γυναικείου δωματίου (ένα πολυλειτουργικό μπαούλο και το κρεβάτι), οι οποίες υπηρετούν εξίσου εύστοχα τη σκηνική οικονομία και των δύο. Τα κοστούμια της ίδιας είναι ιδιαίτερα προσεγμένα, ώστε να ταιριάζουν με τις ιδιαιτερότητες της κάθε γυναίκας. Η μουσική της Σίσσυς Βλαχογιάννηακολουθεί τις ψυχολογικές διακυμάνσεις των ηρωίδων, ενώ οι φωτισμοί τόσο του Λευτέρη Παυλόπουλου (Φροσύνη), όσο και της Ευγενίας Μακαντάση (Πασού) αναδεικνύουν όλες τις ξεχωριστές λεπτομέρειες των εκφράσεων του προσώπου των δύο γυναικών, αλλά και τη σιωπηλή γλώσσα του σώματός τους. 
Συμπερασματικά, στη σκηνή του Θεάτρου Άβατον, παρακολούθησα δύο ενδιαφέροντες μονολόγους με κοινό δραματικό πυρήνα, για δύο ιστορικά πρόσωπα, τα οποία βρέθηκαν σε αντίθετες πλευρές και οι μοίρες τους διασταυρώθηκαν μέσω του ίδιου άντρα. Τα κείμενα είναι διεισδυτικά και διερευνούν λεπτές ισορροπίες της γυναικείας ψυχολογίας σε ότι αφορά τον έρωτα και τη δυναμική του. Η σκηνοθεσία χρησιμοποιεί τον αυτοσχεδιασμό για να φωτίσει δύο διαφορετικές οπτικές του, δημιουργεί έντονες εικόνες που συμβαδίζουν με τις κορυφώσεις του λόγου και εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις ερμηνευτικές δυνατότητες της ηθοποιού που ερμηνεύει και τις δύο ηρωίδες με συνέπεια και μέτρο. Μια αξιόλογη προσπάθεια που αξίζει της προσοχής του θεατρόφικού κοινού.

 
error: Content is protected !!