Skip to main content

Τον Θεοδόση Πελεγρίνη τον πρωτοσυνάντησα στα αμφιθέατρα της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών ως καθηγητή μου. Ήταν από εκείνους τους καθηγητές που εμφύσησαν την αγάπη για τη φιλοσοφία σε πολλούς από τους φοιτητές τους. Τον ξανασυναντώ πλέον ως ηθοποιό… Ο πρώην πρύτανης του ΕΚΠΑ μιλάει στα θεατρικά προγράμματα για τη συμμετοχή του στην ταινία του Δημήτρη Πιατά «Πανδημία» ενώ παράλληλα προετοιμάζει την επόμενη θεατρική του παράσταση πάνω σε ένα θεατρικό έργο που έγραψε ο ίδιος.
Συνέντευξη στη Βίκυ Διαμάντη.

4-5-2--2-thumb-large
-Να ξεκινήσουμε από την ΠΑΝ.δη.ΜΙΑ… Όλα λοιπόν ένα… Πώς μεταφράζεται αυτό;

Υποθέτω, γιατί αυτή είναι η έμπνευση του κυρίου Πιατά, ότι σε μία συγκεκριμένη στιγμή εκδηλώνονται πολλά γεγονότα μαζί. Δηλαδή είναι η προσωπική ζωή του ήρωα της ταινίας. Ενός δημοσιογράφου ο οποίος με αθέμιτα μέσα έχει φθάσει στην κορυφή και κάποια στιγμή γίνεται η αποκάλυψη και καταρρέει όλο αυτό που έχει φτιάξει. Η διάλυση της οικογένειάς του σε προσωπικό επίπεδο. Σε κοινωνικό επίπεδο η οικονομική κρίση, η οποία μαστίζει μία κοινωνία όπως είναι η ελληνική, και το τρίτο αναφέρεται στα ΜΜΕ και στον κανιβαλισμό που κυριαρχεί στη ζωή μας. Πολλά πράγματα την ίδια στιγμή γίνονται στον ίδιο τόπο.

-Ο χαρακτήρας που υποδύεστε είναι υποκριτής στον εαυτό του ή πιο πολύ στους άλλους;

Νομίζω ότι έχει φτάσει σε ένα σημείο τέτοιας πώρωσης ο πρωταγωνιστής που δεν ξέρει αν κοροϊδεύει τον ίδιο του τον εαυτό ή αν είναι πραγματικά αυτό που πρέπει να είναι. Είναι τέτοια η πώρωση που έχουν χαθεί τα όρια και προς τον εαυτό του και προς την κοινωνία. Η πώρωση αυτή δεν αφορά μόνο την κοινωνία αλλά και το ίδιο το πρόσωπο. Είναι μεταξύ κοινωνίας και προσώπου.
-Στην κοινωνία που ζούμε σε τι βαθμό υπάρχει αυτή η υποκρισία;
Μα δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά υποκρισία. Είναι ένα γενικότερο φαινόμενο αυτό, δεν είναι μόνο της εποχής μας, αλλά τώρα με την κρίση έχει φτάσει στα άκρα. Όλοι μάχονται και αγωνίζονται για την αλήθεια, την οποία χρησιμοποιούν σαν προπέτασμα για να περνάνε τις δικές τους γραμμές. Σε όλα τα επίπεδα και στη ζωή μας την προσωπική και στην κοινωνική ζωή υπάρχει η υποκρισία. Δεν είναι κάτι καινούργιο. Αν κανένας ανατρέξει στον Μολιέρο, στον «Δον Ζουάν», θα δει ότι η κύρια κατάρα της κοινωνίας είναι η υποκρισία. Δεν είναι κάτι μόνο της δικής μας εποχής.

main_photo
-Υπήρχαν στιγμές που δυσκολευτήκατε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων;

Δεν νομίζω. Αν ήταν κάτι που αφορούσε σε μένα, ήταν ότι έπρεπε να πειθαρχήσω τον εαυτό μου σε αυτά που έλεγε ο σκηνοθέτης. Το πρόβλημα δεν ήταν να κάνω αυτό που έπρεπε να κάνω –δεν ξέρω πόσο καλά το έκανα. Το μεγάλο πρόβλημα για μένα ήταν η μοχθηρία της κοινωνίας απέναντι σε κάποιον ο οποίος αποφάσισε να ασχοληθεί με το θέατρο και το σινεμά.

-Ο Νίτσε έλεγε ότι η φιλοσοφία και η υποκριτική βαδίζουν πολύ κοντά. Εσείς κάποια στιγμή στοχοποιηθήκατε. Πού είναι λοιπόν αυτό το ασυμβίβαστο ανάμεσα στην καριέρα σας την πανεπιστημιακή και την υποκριτική;

Δεν το ξέρω. Το βρίσκω τελείως φυσικό. Θα μπορούσα να ασχοληθώ με τη ζωγραφική αν είχα τη δυνατότητα. Θα μπορούσα να ασχοληθώ με το χορό ή με τη λογοτεχνία… Θα ενοχλούσε; Όχι βέβαια. Νομίζω είναι αυτό που είπατε προηγουμένως, η υποκρισία της κοινωνίας. Θεωρούν ότι το θέατρο είναι κάτι ευτελές, όχι αυτό καθεαυτό. Ευτελές, με την έννοια ότι το ασκεί κάποιος τον οποίο έχουν βάλει ως στόχο για άλλους λόγους. Η επίθεση της πολιτείας εναντίον μου ήταν μόνο και μόνο γιατί αντιστάθηκα στην καταστροφή του πανεπιστημίου. Υπήρχε ένας νόμος της Διαμαντοπούλου και του Αρβανιτόπουλου μετά, ο οποίος ουσιαστικά εξωθούσε τα πανεπιστήμια στη διάλυση για να βρεθούν οι ιδιώτες, να τα πάρουν και να τα κάνουν επιχειρήσεις. Αυτός ήταν ο λόγος. Και το γεγονός ότι ο νόμος αυτός είναι καταστροφικός αποδεικνύεται από την εξέλιξη των πραγμάτων. Σήμερα τίποτα από αυτά που έλεγε ο νόμος Διαμαντοπούλου δεν στέκεται. Όλα καταρρέουν. Αυτή η αντίδραση –όχι μόνο η δική μου αλλά και άλλων συναδέλφων πρυτάνεων- έδωσε την αφορμή στο σύστημα να μας επιτεθεί.

-Σαν πιο αποστασιοποιημένος πλέον πώς βλέπετε την πορεία των πανεπιστημίων;
Το μεγάλο πρόβλημα με τα πανεπιστήμια –όχι μόνο στην Ελλάδα διεθνώς- είναι το οικονομικό. Δηλαδή πρέπει να βρεθούν τα χρήματα για να μπορούν να συντηρηθούν. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα και από τη στιγμή που η Ελλάδα βρίσκεται σε μία κατιούσα κατεύθυνση, διαρκώς τα οικονομικά μας μειώνονται, επόμενο είναι και η κρίση στα πανεπιστήμια να βαθαίνει. Οι σπουδές που δίνονται στους φοιτητές μας θα πρέπει να σας διαβεβαιώσω ότι είναι ενός υψηλού επιπέδου. Και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι τα πτυχία που δίνουν τα ελληνικά πανεπιστήμια γίνονται δεκτά σε όλο τον κόσμο. Αυτό είναι το ένα. Το δεύτερο είναι ότι απόφοιτοι νέοι των πανεπιστημίων μας πηγαίνουν στο εξωτερικό κατά δεκάδες χιλιάδες, εργάζονται σε πανεπιστήμια, σε ερευνητικά ιδρύματα, σε επιχειρήσεις, που σημαίνει ότι αξίζουν. Το πρόβλημα είναι οικονομικό και το υπουργείο θα έπρεπε να βάλει προτεραιότητες.

-Το γεγονός ότι όλοι αυτοί οι νέοι φεύγουν στο εξωτερικό, δεν είναι και μία «πληγή» για την ελληνική κοινωνία;
Αυτή τη στιγμή αυτό που παθαίνουμε εμείς εδώ στην Ελλάδα είναι εκείνο που πάθαινε η Γερμανία στη δεκαετία του ’50. Όπου εκπαίδευε και παρήγαγε στα πανεπιστήμια επιστήμονες υψηλού επιπέδου, ξόδευε το γερμανικό κράτος για να τους πάρει μετά η Αμερική. Αυτή τη στιγμή ξοδεύει το ελληνικό κράτος να βγάζει επιστήμονες επαρκείς για να τους εκμεταλλεύονται στο εξωτερικό. Είναι μία τραγική κατάσταση που δυστυχώς δεν μου δίνει την εντύπωση η πολιτεία ότι ασχολείται κιόλας με αυτό το θέμα.

zisis3241
-Για να επιστρέψουμε στην υποκριτική… Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την υποκριτική;

Δεν θα πω αυτό που λένε, από παλιά ήθελα να γίνω ηθοποιός… Ούτε θεωρώ τον εαυτό μου έναν ηθοποιό επαγγελματία, με την έννοια ότι ζει από αυτό το πράγμα. Είχα ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέατρο… Μάλιστα στη δεκαετία του ’90 στο παλιό πανεπιστήμιο είχα στήσει ολόκληρο θέατρο εκεί, όπου παρουσιάστηκαν θεατρικά έργα υψηλού επιπέδου, όπως ο «Δον Ζουάν» του Μολιέρου που το είχε σκηνοθετήσει ο Βασίλης Νικολαϊδης, ήταν ο «Οθέλλος» του Σαίξπηρ που είχε σκηνοθετήσει η Νικαίτη Κοντούρη… Επί δέκα λειτούργησε αυτό εκεί πάνω και είχε αποκτήσει το δικό του κοινό. Τότε λειτουργούσα ως παραγωγός. Φρόντιζα να φτιάχνω αυτές τις παραστάσεις. Αυτό κάποια στιγμή μου έδωσε την ώθηση να βγω ο ίδιος πλέον στη σκηνή. Και ξέρετε είναι πάρα πολύ σκληρό και πάρα πολύ δύσκολο… Είναι άλλο πράγμα να κάνεις τον σκηνοθέτη ή το συγγραφέα που δεν εμφανίζεσαι και απλώς κρίνουν τα έργα σου και άλλο να βγαίνεις ο ίδιος με το σώμα σου μπροστά στο κοινό να σε δει. Συνεπώς είναι μία φυσική εξέλιξη των πραγμάτων που την ακολούθησα και έφτασα εδώ που βρίσκομαι αυτή τη στιγμή.

-Κατά τη διάρκεια της επίθεσης που δεχθήκατε, έγιναν και διάφορες κριτικές γύρω από το υποκριτικό σας ταλέντο. Αυτό πώς το διαχειριστήκατε;

Δεν θέλω να πω ότι είμαι ο υψηλών προδιαγραφών καλλιτέχνης, δεν λέω αυτό… Αλλά η κριτική που ασκήθηκε όσον αφορά την ενασχόλησή μου με το θέατρο δεν ήταν όσον αφορά τις υποκριτικές μου ικανότητες αλλά αφορούσε στο γιατί να ασχοληθώ με το θέατρο… Καθένας έχει δικαίωμα να πει ότι ο Πελεγρίνης είναι ένας καλός ηθοποιός ή ένας κακός ηθοποιός. Να το πει αυτό και να το στηρίξει με επιχειρήματα. Είναι δεκτό και δέχομαι την κριτική. Εκείνο που δεν δέχομαι είναι γιατί ο Πελεγρίνης να ασχοληθεί με το θέατρο; Αυτό είναι το τραγικό. Και θέλω να πω ότι με αφορμή την ταινία που γίνηκε, το γεγονός ότι βραβεύτηκε σε ένα χώρο εκτός Ελλάδος, ακριβώς αυτό είναι μία απάντηση σε αυτούς οι οποίοι μου επιτέθηκαν για την ενασχόλησή μου με την υποκριτική.

-Αυτό τον καιρό τι άλλο ετοιμάζετε;
Ήδη βρισκόμαστε στις πρόβες ενός έργου μου. Λέγεται «Ένα τριήμερο στην εξοχή μαζί», το σκηνοθετεί ο κύριος Μανιώτης και παίζουν, εκτός από μένα, ο Γιάννης Στεφόπουλος, η Αθηνά Παππά και η Έλενα Αγγελοπούλου. Το έργο αυτό θα κάνει πρεμιέρα στις 27 Απριλίου στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΕΛΕΓΡΙΝΗΣ - ΙΩΑΝΝΑ ΠΙΑΤΑ
-Τι πραγματεύεται;

Η ιστορία είναι η εξής: Είναι δύο άνδρες οι οποίοι συναντιούνται ύστερα από τριάντα χρόνια. Έχει καλέσει ο ένας τον άλλο στο εξοχικό του. Στο παρελθόν ήταν πολύ φίλοι, στα νιάτα τους. Ο ένας ήθελε να γίνει επαναστάτης να αλλάξει τον κόσμο και ο άλλος ένας άνθρωπος που ζητούσε την ήρεμη ζωή την οικογενειακή. Η εξέλιξη της ζωής, τους οδήγησε να γίνουν το εντελώς αντίθετο. Αυτός που ήθελε να γίνει επαναστάτης γίνεται ένας οικογενειάρχης καλός και ο άλλος που ήθελε να γίνει οικογενειάρχης γίνεται ένας επαναστάτης, ανατροπέας. Συγχρόνως αυτοί οι δυο μοιράστηκαν κάποια γυναίκα στα νιάτα τους η οποία είναι σύζυγος πλέον αυτού που έχει το εξοχικό. Όλα αυτά συμπλέκουν μέσα σε αυτό το τριήμερο που ζουν στην εξοχή και υπάρχει μία κατάρρευση όλων γύρω. Μία πικρή γεύση που μένει στο τέλος ότι όλα γκρεμίζονται, τίποτε δεν μένει όρθιο. Η προσπάθειά μου ήταν να δείξω ότι η ζωή από τη φύση της είναι τυφλή. Αποτελείται από γεγονότα που το ένα δεν παραπέμπει στο άλλο. Αντίθετα η τέχνη είναι αυτή η οποία μπορεί αυτά τα γεγονότα να τα συγκροτεί και να οδηγεί κάπου. Για παράδειγμα, το να δεις στο δρόμο κάποιον να σκοτώνει κάποιον άλλο σου προκαλεί αποστροφή. Αυτό το ίδιο γεγονός όμως αν το δεις επάνω στη σκηνή, μπορεί να αποτελεί ένα θελκτικό στοιχείο. Δηλαδή βλέπετε στην τραγωδία φόνους, μοιχείες που στη ζωή είναι επικριτέα. Πάνω στη σκηνή όμως είναι αυτό το οποίο οδηγεί τελικά στην κάθαρση. Η τέχνη έχει τη δυνατότητα να μας δώσει αυτό που η ζωή δεν μπορεί να μας δώσει: την ενότητα. Αυτό λοιπόν είναι ένα έργο που παίζει το παρελθόν με τη μνήμη και το ρόλο που παίζει η μνήμη στη ζωή μας. Είναι μέσο επιβίωσης τελικά η μνήμη.

-Πόσο δύσκολο ή εύκολο είναι στην κοινωνία που απαιτεί να είμαστε συμβιβασμένοι σε κανόνες και όρους να είσαι επαναστάτης;

Αυτό είναι μία απόφαση που παίρνει κανένας και όπως έλεγε ο Κίρκεγκορ, η απόφαση είναι μία στιγμή τρέλας. Δεν είναι κάτι που κανένας το μελετάει να γίνει επαναστάτης. Εάν το μελετάει να το κάνει, αυτό σημαίνει ότι έχει άλλους σκοπούς. Δεν είναι αυτό που λέει να αλλάξει τον κόσμο. Συνεπώς είναι κάτι αυθόρμητο, κάτι που δημιουργείται μέσα σου –δεν γεννιέσαι επαναστάτης- τα γεγονότα όλα ενσταλάζονται μέσα σου και αυτή η συσσώρευση των γεγονότων κάποια στιγμή, όπως είχε πει ο Μαρξ και πιο πριν ο Χέγκελ, επιφέρει και την ποιοτική αλλαγή. Δηλαδή δεν αρκεί να υπάρξει μία καταπίεση για να γενεί η επανάσταση, πρέπει αυτή η καταπίεση να αυξηθεί να φθάσει σε ένα όριο που θα επέλθει η έκρηξη. Συνεπώς και κάποιος μέσα στη ζωή του μπορεί να είναι κατά το λεγόμενο «χοντρόπετσος» και ό,τι συμβαίνει να μην τον αγγίζει. Δεν θα γίνει ποτέ επαναστάτης. Υπάρχουν και οι ευαίσθητοι άνθρωποι που αυτά που συμβαίνουν γύρω τους μπαίνουν μέσα τους, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για να γίνει επαναστάτης. Χωρίς να σημαίνει απόλυτα βέβαια ότι θα γίνει γιατί χρειάζεται και δύναμη και αρετή για να μπορέσει κανένας να τη φέρει αυτή την αλλαγή που χρειάζεται.

pelegrinis032-94fejg

error: Content is protected !!