Skip to main content

Ο Eugene Ionesco (1909 – 1994) ήταν Ρουμάνος θεατρικός συγγραφέας, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του «θεάτρου του παραλόγου».
Σπούδασε Γαλλική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου και έγινε καθηγητής της γαλλικής γλώσσας.
Παντρεύτηκε την Ροντίκα Μπουριλεάνου. Απέκτησαν μια κόρη κι εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι, το 1944. Έγινε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας το 1970. Κέρδισε πολυάριθμα βραβεία και τιμητικές διακρίσεις. Πέθανε στις 28 Μαρτίου 1994.
Στα έργα του, ο Ιονέσκο διακωμωδεί τις πιο κοινότοπες καταστάσεις, ενώ απεικονίζει τη μοναξιά του ανθρώπου και την ασημαντότητα της ύπαρξής του.

Το πρώτο του έργο, “Η Φαλακρή Τραγουδίστρια”, γράφτηκε το 1948 και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1950 με τον αγγλικό τίτλο “The Bald Soprano”. Ακολούθησαν τα θεατρικά μονόπρακτα: Το μάθημα (1951) και Οι καρέκλες (1952).
Τα έργα αυτά εκφράζουν το αίσθημα της αποξένωσης και την αδυναμία και τη ματαιότητα της επικοινωνίας. Αυτό γίνεται με σουρεαλιστικό και κωμικό τρόπο: Ο Ιονέσκο παρωδεί τον κομφορμισμό της αστικής τάξης και –ταυτόχρονα- τις κοινότοπες θεατρικές φόρμες. Απεικονίζει έναν αποκτηνωμένο κόσμο, με χαρακτήρες σαν μαριονέτες.

Το 1959, παρουσιάζεται το έργο του Δολοφόνος χωρίς αμοιβή, όπου πρωταγωνιστεί για πρώτη φορά ο κεντρικός του ήρωας, ο Μπερανζέ, ο οποίος εμφανίζεται σε μια σειρά έργων (ΡινόκεροςΟ βασιλιάς πεθαίνειΟ πεζός στον αέρα). Αποτελεί μια σχεδόν αυτοβιογραφική φιγούρα, η οποία εκφράζει την απορία και την αγωνία του Ιονέσκο για την παράδοξη πραγματικότητα. Είναι κωμικός κι αφελής, κερδίζοντας έτσι τη συμπάθεια του κοινού. Στο Δολοφόνο χωρίς αμοιβή, συναντά το Θάνατο με τη φιγούρα ενός εκτελεστή. Στο Ρινόκερο, παρατηρεί τους φίλους του να προσβάλλονται από τη “ρινοκερίτιδα” και να μεταμορφώνονται σε ρινόκερους. Στο τέλος, παραμένει μόνος, ενάντια σε αυτό το κύμα κομφορμισμού. Ο Ιονέσκο εκφράζει την απέχθειά του για τον ιδεολογικό κομφορμισμό, αντλώντας την έμπνευσή του, από την άνοδο του φασισμού στη δεκαετία του ’30.

Στο έργο Ο βασιλιάς πεθαίνει, παρουσιάζεται ως ο βασιλιάς Μπερανζέ Α’, μια καθημερινή φιγούρα που παλεύει να συμβιβαστεί με το θάνατό του.

Στο αριστουργηματικό του έργο Το παιχνίδι της σφαγής μέσα από διαδοχικά μονόπρακτα, παρουσιάζει τη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και την αναπόφευκτη υποταγή της στο μοιραίο (το θάνατο)

Η φαλακρή τραγουδίστρια (La Cantatrice Chauve) είναι το έργο που καθιέρωσε τον όρο «Θέατρο του Παραλόγου».

Ο θίασος του Théâtre de la Huchette, από το 1957 μέχρι σήμερα, συνεχίζει να το παρουσιάζει καθημερινά έχοντας ήδη συμπληρώσει τις 18.000 παραστάσεις.

Αποτελείται από ένδεκα σκηνές:  

Σε ένα προάστιο του Λονδίνου μένει ένα ανδρόγυνο, ο κύριος και η κυρία Σμιθ. Ένα απόγευμα προσπαθούν να κατανικήσουν την ανία τους, κουβεντιάζοντας μπροστά στο αναμμένο τζάκι, μέχρι που παρουσιάζεται η υπηρέτρια για να ανακοινώσει δύο απρόσκλητους επισκέπτες, τον κύριο και την κυρία Μάρτιν. Οι οικοδεσπότες φεύγουν γρήγορα για να αλλάξουν ρούχα, ενώ στην σκηνή εμφανίζονται οι δύο επισκέπτες. Ο κύριος και η κυρία Μάρτιν συμπεριφέρονται σα δύο ξένοι που συναντιούνται για πρώτη φορά και ανακαλύπτουν δειλά, δειλά τα πρώτα κοινά τους στοιχεία. Τελικά, ύστερα από μεγάλη συζήτηση ανακαλύπτουν ότι είναι παντρεμένοι. Ακόμα, όμως και μετά από αυτήν την διαπίστωση παραμένουν απαθείς και τυπικοί.

Ο κύριος και η κυρία Σμιθ επιστρέφουν στην σκηνή, χωρίς να έχουν αλλάξει ρούχα, προσποιούμενοι όμως, ότι φορούν τις καλύτερες ενδυμασίες τους, προς τιμή των επισκεπτών. Αρχίζουν να συζητούν και να διηγούνται τα γεγονότα της ημέρας, τις πολύ πληκτικές ιστορίες, μηδαμινού ενδιαφέροντος. Ξαφνικά, χτυπάει το κουδούνι.

Ο κύριος και η κυρία Σμιθ ανοίγουν την πόρτα, αλλά δεν είναι κανείς. Το ίδιο συμβαίνει τρεις φορές. Την τέταρτη φορά, παρουσιάζεται ένας αρχιπυροσβέστης, ο οποίος ψάχνει απεγνωσμένα να σβήσει μια φωτιά! Οι οικοδεσπότες τού προτείνουν να μείνει για λίγο μαζί τους και να τους κάνει συντροφιά.

Ο πυροσβέστης αρχίζει να λέει ιστορίες χωρίς νόημα, τις οποίες ο κύριος Σμιθ δείχνει να κατανοεί πλήρως. Στο μεταξύ, η κυρία Σμιθ και η υπηρέτρια μπαίνουν στην κουβέντα, λέγοντας τα δικά τους. Τελικά η υπηρέτρια αγκαλιάζει τον πυροσβέστη και αποκαλύπτεται ότι οι δυο τους ήταν ζευγάρι. Ο κύριος την απολύει. Ο πυροσβέστης φεύγει και εκείνος, ρωτώντας «τι κάνει η φαλακρή τραγουδίστρια;» για να απαντήσει η κυρία Σμιθ: «Φοράει ακόμα την ίδια περούκα».

Ο κύριος και η κυρία Σμιθ έχουν μείνει μόνοι. Η συζήτησή τους εξασθενεί, οι προτάσεις διασκορπίζονται. Μόνο λίγες λέξεις έχουν απομείνει στο κενό, που τελικά γίνονται κι αυτές απομονωμένα γράμματα. Το έργο τελειώνει με το ρητό “C’est pas par là, c’est par ici” («δεν είναι εκεί, εδώ είναι»).

Το έργο ξαναρχίζει. Στη σκηνή, τώρα, βρίσκονται ο κύριος και η κυρία Μάρτιν, που έχουν πάρει την θέση του κύριου και της κυρίας Σμιθ και όλα ξεκινούν από την αρχή.

Αυτή είναι η περίφημη «κυκλική δομή» (structure circulaire) που ακολούθησε και ο Σαρτρ και αποτελεί σήμα κατατεθέν του Θεάτρου του Παραλόγου.

Το κοινό αποδέχτηκε το έργο, βρίσκοντάς το ξεκαρδιστικό και γεμάτο νόημα. Η αρχική ιδέα του Ιονέσκο ήταν να παρουσιάσει μια «τραγωδία της γλώσσας», όπως αρχικά ήθελε να ονομάσει το έργο αυτό. Οι διάλογοι παρουσίαζαν την παντελή έλλειψη πνεύματος και ιδεών, μέσα σε ένα κλίμα ανίας. Οι χαρακτήρες του είναι θύματα της ίδιας τους της γλώσσας, αιχμάλωτοι της καθημερινότητας, δύτες σε μια θάλασσα της μοναξιάς, των επιφανειακών σχέσεων και των ανιαρών συνανθρώπων. Οι Σμιθ και οι Μάρτιν δεν είναι σε θέση να συνομιλήσουν, διότι έχουν καταναλώσει όλες τους τις ιδέες, και δεν είναι σε θέση να νοιώσουν κανένα συναίσθημα.

Ο Ιονέσκο συνέλαβε την ιδέα για το έργο αυτό κατά την διάρκεια ενός μαθήματος φροντιστηρίου Αγγλικών σύμφωνα με την μέθοδο «ασιμίλ», και με κάποιο βιβλίο με τον τίτλο L’ anglais sans peine (πως να μάθεις αγγλικά χωρίς κόπο). Οι προτάσεις γραμματικής ήταν τόσο ανούσιες και το νόημά τους τόσο αυτονόητο, ενώ ένα ανδρόγυνο ονόματι κύριος και κυρία Σμιθ συζητούσαν λέγοντας ο ένας στον άλλο το όνομά του, ή ότι ήταν μεταξύ τους παντρεμένοι και πόσα παιδιά είχαν. Στα πιο προχωρημένα μαθήματα, για χάρη του διαλόγου, ένα άλλο ζευγάρι, οι Μαρτίν συζητούσαν με τους Σμιθ ανταλλάσσοντας όμως το ίδιο ανιαρές προτάσεις. Έτσι, αποφάσισε να γράψει ένα θεατρικό έργο χρησιμοποιώντας την δομή και το πνεύμα του βιβλίου αυτού. Το αποτέλεσμα ήταν μια παρωδία γεμάτη καυστική ειρωνεία για την σημερινή κοινωνία.

Τη σκηνή που ακολουθεί, προσωπικά, τη θεωρώ την αριστουργηματικότερη καταγραφή της φθοράς της ερωτικής σχέσης, μέσα στο γάμο. Ολόκληρο το Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ τού Έντουαρντ Άλμπι δε νομίζω ότι φτάνει σε δύναμη και σε ουσία αυτές τις πέντε σελίδες:

Η ΦΑΛΑΚΡΗ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΑ

(Μετάφραση: Άκης Χαραλαμπίδης)

Σκηνή 4

Ο κύριος και η κυρία Μάρτιν κάθονται ο ένας απέναντι από τον άλλο, χωρίς να μιλάνε. Χαμογελούν συγκρατημένα. 

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Με συγχωρείτε, κυρία μου. Αν δεν κάνω λάθος, μού φαίνεται ότι κάπου σας έχω ξανασυναντήσει.

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Και εμένα, κύριε, μου φαίνεται ότι κάπου σας έχω ξανασυναντήσει.

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Μήπως, κατά σύμπτωση, σας έχω συναντήσει στο Μάντσεστερ;

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Είναι πολύ πιθανό. Εγώ κατάγομαι από το Μάντσεστερ. Αλλά, δε θυμάμαι πολύ καλά, κύριέ μου. Δεν μπορώ να πω αν σας έχω συναντήσει εκεί ή όχι.

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Θεέ μου, πόσο περίεργο είναι! Και εγώ, επίσης,  κατάγομαι από το Μάντσεστερ, κυρία μου.

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Τι  περίεργο!

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Τι περίεργο! Μόνο που εγώ, κυρία μου, έφυγα από το Μάντσεστερ, πριν από πέντε εβδομάδες.

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Τι περίεργο! Τι απίθανη σύμπτωση! Κι εγώ, επίσης, κύριε, έφυγα από το Μάντσεστερ, πριν από πέντε εβδομάδες.

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Πήρα το πρωινό τρένο των οκτώμισι, που φτάνει στο Λονδίνο στις πέντε παρά τέταρτο, κυρία μου.

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Τι περίεργο! Τι παράξενο! Και τι σύμπτωση! Κι εγώ, το ίδιο τρένο πήρα, κύριε!

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Θεέ μου! Τι περίεργο! Τότε, ίσως, κυρία μου και να σας είδα μέσα στο τρένο!

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα! Δεν αποκλείεται. Θα μπορούσε. Και -εδώ που τα λέμε- γιατί όχι; Αλλά, δεν το θυμάμαι καθόλου, κύριε.

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Ταξίδευα στη δεύτερη θέση, κυρία μου. Δεν υπάρχει, βέβαια, δεύτερη θέση στην Αγγλία, αλλά εγώ ταξιδεύω πάντα στη δεύτερη θέση.

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Τι περίεργο, τι παράξενο και τι σύμπτωση! Και εγώ, επίσης, κύριε, ταξίδευα στη δεύτερη θέση!

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Τι περίεργο! Πιθανόν, τότε, να συναντηθήκαμε στη δεύτερη θέση, αγαπητή κυρία!

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Αυτό που λέτε είναι πιθανό και δεν αποκλείεται καθόλου. Αλλά, δε θυμάμαι πολύ καλά, αγαπητέ κύριε!

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Η θέση μου ήταν στο βαγόνι αριθμός οκτώ, στο έκτο διαμέρισμα, κυρία μου.

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Τι παράξενο! Και η δική μου θέση, επίσης, ήταν στο βαγόνι αριθμός οκτώ, στο έκτο διαμέρισμα, αγαπητέ μου κύριε!

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Τι παράξενο και τι απίθανη σύμπτωση! Μήπως συναντηθήκαμε στο έκτο διαμέρισμα, κυρία μου;

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Είναι πιθανό, τελικά. Αλλά δε θυμάμαι, αγαπητέ κύριε.

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Για να πω την αλήθεια, κυρία μου, ούτε κι εγώ θυμάμαι, αλλά φαίνεται ότι γνωριστήκαμε εκεί και -αν το καλοσκεφτώ- μού φαίνεται πολύ πιθανό.

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Πραγματικά! Βέβαια! Πραγματικά, κύριε.

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΙΝ: Τι παράξενο, όμως! Είχα τη θέση αριθμός τρία, δίπλα στο παράθυρο, αγαπητή κυρία.

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Θεέ μου, τι περίεργο και τι παράξενο! Είχα τη θέση αριθμός έξι, δίπλα στο παράθυρο, απέναντί σας, αγαπητέ κύριε.

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Θεέ μου, τι περίεργο και τι σύμπτωση! Καθόμασταν ακριβώς απέναντι ο ένας από τον άλλον. Εκεί, λοιπόν, θα πρέπει να ειδωθήκαμε.

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Τι περίεργο! Είναι πιθανό, αλλά δεν το θυμάμαι, αγαπητέ κύριε.

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Για να πω την αλήθεια, κυρία μου, ούτε κι εγώ το θυμάμαι. Παρόλα αυτά, είναι πολύ πιθανό ότι συναντηθήκαμε κάτω από αυτές τις συνθήκες.

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Είναι αλήθεια, αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρη, κύριε.

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Εσείς δεν ήσασταν, αγαπητή κυρία, που με παρακαλέσατε να τοποθετήσω τη βαλίτσα σας στο χώρο των αποσκευών και μετά με ευχαριστήσατε και μού επιτρέψατε να καπνίσω;

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Ναι. Εγώ πρέπει να ήμουν, κύριε. Τι περίεργο! Τι περίεργο και τι σύμπτωση!

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Τι περίεργο! Τι παράξενο! Τι σύμπτωση! Ε, λοιπόν… Λοιπόν, μήπως γνωριστήκαμε τότε, κυρία;

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Τι περίεργο και τι σύμπτωση! Είναι πιθανό, κύριε. Παρόλα αυτά, δε νομίζω ότι θυμάμαι!

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Ούτε κι εγώ, κυρία. Στο Λονδίνο, κατοικώ στην οδό Μπρόμφιλντ, αγαπητή κυρία.

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Τι περίεργο! Τι παράξενο! Στο Λονδίνο, κατοικώ κι εγώ στην οδό Μπρόμφιλντ, αγαπητέ κύριε.

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Τι περίεργο! Ε, τότε λοιπόν… Λοιπόν, πιθανόν να συναντηθήκαμε στην οδό Μπρόμφιλντ, αγαπητή κυρία!

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Τι περίεργο! Τι παράξενο! Ύστερα από όλα αυτά, είναι πολύ πιθανό! Αλλά, δεν το θυμάμαι, αγαπητέ κύριε.

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Μένω στο νούμερο 19, αγαπητή κυρία.

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Τι παράξενο! Κι εγώ, επίσης, κατοικώ στο νούμερο 19, αγαπητέ κύριε.

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Τότε λοιπόν, τότε λοιπόν, τότε λοιπόν, τότε λοιπόν, ίσως ειδωθήκαμε σ’ αυτό το σπίτι, αγαπητή κυρία;

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Είναι πολύ πιθανό, αλλά, δεν το θυμάμαι, αγαπητέ κύριε.

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Το διαμέρισμά μου είναι στον πέμπτο όροφο. Είναι το νούμερο οκτώ, αγαπητή κυρία.

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Τι περίεργο, Θεέ μου! Τι παράξενο! Και τι σύμπτωση! Κι εγώ, επίσης, κατοικώ στον πέμπτο όροφο, στο διαμέρισμα αριθμός οκτώ, αγαπητέ κύριε.

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Τι παράξενο! Τι παράξενο! Τι παράξενο! Τι παράξενο και τι σύμπτωση! Ξέρετε, στην κρεβατοκάμαρά μου, έχω ένα κρεβάτι. Το κρεβάτι μου είναι σκεπασμένο μ’ ένα πράσινο κάλυμμα. Αυτό το δωμάτιο, με το κρεβάτι και με το κάλυμμά του βρίσκεται στο βάθος του διαδρόμου, ανάμεσα στην τουαλέτα και στη βιβλιοθήκη!

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Τι σύμπτωση, Θεέ μου! Τι σύμπτωση! Και η δική μου κρεβατοκάμαρά έχει ένα κρεβάτι, σκεπασμένο μ’ ένα πράσινο κάλυμμα και βρίσκεται στο βάθος του διαδρόμου, ανάμεσα στην τουαλέτα και στη βιβλιοθήκη!

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Τι παράξενο που είναι αυτό! Τι περίεργο! Τι αλλόκοτο! Άρα, κυρία μου, μένουμε στο ίδιο δωμάτιο! Και κοιμόμαστε στο ίδιο κρεβάτι, αγαπητή κυρία! Άρα, πιθανόν να έχουμε συναντηθεί εκεί!

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Τι περίεργο και τι σύμπτωση! Είναι πιθανό να έχουμε συναντηθεί εκεί και ίσως –μάλιστα- και χθες τη νύχτα! Αλλά, δεν το θυμάμαι, αγαπητέ κύριε!

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Έχω ένα κοριτσάκι. Το κοριτσάκι μου μένει μαζί μου, κυρία μου. Είναι δύο ετών, είναι ξανθό και έχει ένα ματάκι κόκκινο και ένα ματάκι άσπρο. Είναι πολύ όμορφη και την λένε Αλίκη, αγαπητή κυρία.

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Τι παράξενη σύμπτωση! Κι εγώ έχω ένα κοριτσάκι. Είναι δύο ετών, έχει ένα ματάκι κόκκινο και ένα ματάκι άσπρο, είναι πολύ όμορφο και την λένε επίσης Αλίκη, αγαπητέ κύριε.

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Τι περίεργο! Τι σύμπτωση! Και τι παράξενο! Πιθανόν να είναι το ίδιο, αγαπητή κυρία!

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: Τι παράξενο! Είναι πιθανό, αγαπητέ κύριε!

ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΡΤΙΝ: Λοιπόν, κυρία μου, νομίζω ότι δε χωράει αμφιβολία. Έχουμε ξανασυναντηθεί και είστε η νόμιμη σύζυγός μου. Ελισάβετ, σε ξαναβρήκα!

ΚΥΡΙΑ ΜΑΡΤΙΝ: (Τον πλησιάζει χωρίς να βιαστεί. Τον αγκαλιάζει ανέκφραστα) Ντόναλντ, εσύ είσαι, αγάπη μου!

(Κάθονται στην ίδια πολυθρόνα, κρατιούνται αγκαλιασμένοι και αποκοιμιούνται) 

Σκηνή 5

Μπαίνει η Μαίρη, η υπηρέτρια.

ΜΑΙΡΗ: Η Ελισάβετ και ο Ντόναλντ είναι τώρα πολύ ευτυχισμένοι και, έτσι, δεν μπορούν να μ’ ακούσουν. Μπορώ, λοιπόν, να σας αποκαλύψω  ένα μυστικό: Η Ελισάβετ δεν είναι η Ελισάβετ. Και ο Ντόναλντ δεν είναι ο Ντόναλντ. Και να η απόδειξη: Το παιδί για το οποίο μιλάει ο Ντόναλντ δεν είναι η κόρη της Ελισάβετ. Δεν είναι το ίδιο πρόσωπο. Το κοριτσάκι του Ντόναλντ έχει το ένα μάτι άσπρο και το άλλο κόκκινο, ακριβώς όπως και το κοριτσάκι της Ελισάβετ. Αλλά, το κοριτσάκι του Ντόναλντ έχει το δεξί μάτι άσπρο και το αριστερό κόκκινο, ενώ το κοριτσάκι της Ελισάβετ έχει το δεξί μάτι κόκκινο και το αριστερό μάτι άσπρο. Άρα, όλη η αλληλουχία των επιχειρημάτων του Ντόναλντ καταρρέει, επειδή σκοντάφτει πάνω σ’ αυτό το τελευταίο εμπόδιο! Και, έτσι, ολόκληρη η θεωρία του ανατρέπεται. Παρά τις απίθανες συμπτώσεις, που έμοιαζαν να αποτελούν ακλόνητες αποδείξεις, ο Ντόναλντ και η Ελισάβετ δεν είναι οι γονείς του ίδιου παιδιού. Δεν είναι καν ο Ντόναλντ και η Ελισάβετ. Ο ίδιος μπορεί κάλλιστα να πιστεύει ότι είναι ο Ντόναλντ και εκείνη μπορεί κάλλιστα να πιστεύει ότι είναι η Ελισάβετ. Αυτός μπορεί κάλλιστα να πιστεύει ότι εκείνη είναι η Ελισάβετ και αυτή μπορεί κάλλιστα να πιστεύει ότι εκείνος είναι ο Ντόναλντ. Αλλά και οι δύο απατώνται οικτρά. Και, τότε, ποιος είναι ο αληθινός Ντόναλντ; Και ποια είναι η αληθινή Ελισάβετ; Και ποιος έχει συμφέρον να συνεχιστεί αυτή η παρεξήγηση; Εγώ δε γνωρίζω τίποτα. Και ας μην προσπαθήσουμε να το ανακαλύψουμε. Ας αφήσουμε τα πράγματα όπως είναι…

 

error: Content is protected !!