Skip to main content

Με αφορμή την προβολή της ταινίας “Ευτυχισμένοι πρίγκιπες” του Πάνου Δεληγιάννη, στον κινηματογράφο Δαναό στις 24 & 25 /11 και 1&2/12 , δημοσιεύουμε μια επιστολή του σκηνοθέτη Σωτήρη Καραμεσίνη, ο οποίος πρωταγωνιστεί στην αληθινή ιστορία της ταινίας. Η ταινία αφηγείται την περιπέτεια μιας παιδικής θεατρικής ομάδας σε μια φαβέλα στο Ρίο ντε Τζανέιρο, όπου ο Σωτήρης μαζί με την ομάδα του, τα μυούν και τα καθοδηγούν στην ομορφιά της θεατρικής δημιουργίας, ως διέξοδο και αντίρροπη ζωτική δύναμη,  στην σκληρή τους καθημερινότητα. Ο Σωτήρης Καραμεσίνης έζησε για 9 χρόνια στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Εκεί δίδαξε και σκηνοθέτησε θέατρο και κυρίως αρχαία τραγωδία, αλλά ανάμεσα σε όλα αυτά ανέλαβε και ένα πιο δύσκολο εγχείρημα. Μαζί με την ομάδα του, “Musa cia teatral” που αποτελείται από πρώην μαθητές και νυν ηθοποιούς του, ξεκίνησαν το 2014 με εθελοντική εργασία να πραγματώσουν ένα όνειρο, την δημιουργία μιας σχολής θεάτρου για δεκάδες παιδιά και εφήβους, μέσα στο σχολείο Solar Meninos de Luz της φαβέλας Pavão-Pavâozinho Cantagalo.

https://www.danaoscinema.gr/prosexos/item/961-eftyxismenoi-prigkipes?fbclid=IwAR0UbFH-jKlH9EpBy5eQz0LGJPqzbhvFOYr5-d3EhEnY60ILjSXD9EgEVnA

 

Σωτήρης Καραμεσίνης

Αθήνα, 21 Νοεμβριου 2018

Με αφορμή την προβολή της ταινίας “Ευτυχισμένοι πρίγκιπες” στην Αθήνα, επιστρέφω να γράψω ξανά λίγα λόγια στους φίλους, παλιούς και νέους. Δημοσιεύω ξανά το γράμμα από την Βραζιλία που έγραψα για εσάς, τους συναδέλφους καλλιτέχνες, δημιουργούς και δασκάλους εδώ στην Αθήνα, και που έγινε η αφορμή για να πραγματωθεί αυτό το φιλμ.

Το δημοσιεύω ξανά, για συναισθηματικούς και ηθικούς λόγους, και γιατί νιώθω ότι πρέπει να ολοκληρωθεί και γραπτώς ένας κύκλος, συνεχίζοντας σε έναν καινούριο.

Τέσσερα χρόνια πριν, η φίλη και συνάδελφος Αγγελική Καρυστινού, δημοσίευσε στο onlytheater μιά επιστολή μου για εσάς. Μέσα στο επόμενο 24ωρο υπήρξαν εκατοντάδες κοινοποιήσεις και δέχτηκα δεκάδες μηνύματα από εσάς, όλο αυτό ήταν μια όμορφη έκπληξη.  Ανάμεσα σε αυτά δέχτηκα και μια κλήση από τον φίλο μου Πάνο Δεληγιάννη, για να με ενημερώσει ότι αποφάσισε να κυνηγήσει την δημιουργία ενός ντοκιμαντέρ, για το νέο μου πρότζεκτ θεάτρου αυτή την φορά, με την ομάδα μου και τα παιδιά στην φαβέλα του Cantagalo, αυτό που είχα παρουσιάσει στο γράμμα μου. Ηταν η τρίτη προσπάθεια από διαφορετικούς ανθρώπους, να γυριστεί μια ταινία στο Ρίο, σχετικά με αυτά που κάναμε εκεί με το θέατρο…

Για την ιστορία- ο Πάνος με είχε επισκεφτεί άλλες δύο φορές στο Ρίο τα περασμένα χρόνια. Ειχε παρακολουθήσει την εκπαίδευση των ηθοποιών μου και την προετοιμασία των Βακχών. Ειχε καταγράψει υλικό από την άσκηση στην MUSA της ομάδας μου. Γνώριζε την ζωή μου στο Ρίο και κυρίως στον λόφο, εφόσον έμενε στο σπίτι μου στην φαβέλα Vidigal, και έγινε φίλος με τους φίλους και την οικογένεια μου εκεί. Η ταινία του Πάνου τελικά, γυρίστηκε δυό χρόνια μετά την επιστολή μου και ολοκληρώνοντας τα γυρίσματα τον Ιανουάριο του 2017, ήταν μαζί μια ολοκλήρωση και ένας επίλογος, αλλά και ένας νέος πρόλογος για όσα συνέβησαν και όσα έμελλε να συμβούν στην ζωή μου, στην ομάδα μας, στα παιδιά, στο σχολείο. 

Γράφω εδώ πάνω το υστερόγραφο της επιστολής μου, για όσους δεν θα έχετε την διάθεση, τον χρόνο ή την υπομονή να διαβάσετε το παρακάτω κείμενο ως το τέλος. Από τον Δεκέμβριο του 14 που έγραψα το πρώτο γράμμα από την Βραζιλία έως σήμερα, έγιναν πολλά στην Βραζιλία και στην Ελλάδα, στα παιδιά μας, στην ομάδα μου, στο σχολείο και στην ζωή μου. Πολλά άλλαξαν κι άλλα πολλά έχουν παραμείνει τα ίδια.

Στην Βραζιλία περάσαμε μια Ολυμπιάδα και πριν ακόμα τελειώσει η φιέστα, βυθιστήκαμε σε μια νέα βαθιά παρατεταμένη γενικευμένη κρίση. Τώρα ήρθε στην εξουσία μια νέα κυβέρνηση, που φέρνει γεύσεις και φόβους παλιούς και δυστυχώς όχι ξεχασμένους. Η παιδεία, η τέχνη και το όνειρο για ελευθερία και οξυγόνο ήδη ζούν την ασφυξία και τον πόλεμο. Στην Ελλάδα που βρήκα στην επιστροφή μου, μετά από σχεδόν εννιά χρόνια απουσίας, παλεύουμε πάντα με τους ίδιους δαίμονες. Οι δάσκαλοι και οι καλλιτέχνες και όλοι όσοι έχουμε την λειτουργία να βρίσκουμε και να οδηγούμε σε οδούς ζωής και διεξόδους, ζούμε σε σύγχυση, αμηχανία και δυσπραξία.

Σωτήρης Καραμεσίνης Σωτήρης Καραμεσίνης

Τα παιδιά μας στο σχολείο στον λόφο όμως, μεγαλώνουν όμορφα. Έχουν ήδη ανοίξει φτερά, και έχουν ταξιδέψει με την ομάδα μας μέχρι την Τσεχία και την Πολωνία να παρουσιάσουν με υπερηφάνεια την δουλειά τους ανάμεσα σε άλλα δεκάδες παιδιά από άλλες φτωχογειτονιές του κόσμου που μαζεύτηκαν εκεί να εργαστούν μαζί και να γιορτάσουν. Έχουν γίνει κινηματογραφικοί ήρωες στην ταινία του Πάνου, και έχουν κάνει πολλές ακόμα θεατρικές παραστάσεις. Κάποια από΄τους εφήβους μας τότε, αποφοίτησαν και τώρα σπουδάζουν στο Πανεπιστήμιο, κάποια κάνουν θέατρο ή χορεύουν, ή παίζουν μουσική και συνεχίζουν αυτό που ξεκίνησαν στο σχολείο.

Η δημιουργός αυτού του υπέροχου σχολείου, η Κυρία Γιολάντα, έφυγε πρόωρα και ξαφνικά από κοντά μας για το μεγάλο ταξίδι, αφήνοντας όμως ένα τόσο σημαντικό έργο πίσω της που λειτουργεί και συνεχίζει τον σκοπό του. Κι εγώ πέρυσι, για οικογενειακούς-προσωπικούς λόγους, επέστρεψα στην Αθήνα, την πόλη μου, και ζω πλέον εδώ, χωρίς να ξεχάσω βέβαια ούτε να χάσω την επαφή με την ομάδα μου, τα παιδιά και το αγαπημένο μου Ρίο, ξέροντας ότι αυτό που φτιάξαμε εκει, βρίσκεται σε καλά χέρια, στα χέρια των μαθητών μου και συνεργατών μου που ανεβαίνουν ακούραστα κάθε μέρα για να εργαστούν στον λόφο της καρδιάς μας. 

Ακολουθεί η επιστολή μου, όπως δημοσιεύτηκε στο onlytheater, από την συνάδελφο και συντάκτρια Αγγελική Καρυστινού.

unnamed10 unnamed9  

Γράμμα από την Βραζιλια, Δεκέμβριος 2014, Ρίο ντε Τζανέιρο. 

Η Βραζιλία στα αυτιά των περισσότερων από εμάς ηχεί ακόμα ως τόπος εξωτικής διαφυγής, φέρνει στο νου τροπικά όνειρα σε ατελείωτες παραλίες στον ωκεανό και ζούγκλες, πιτσιρίκια πολύχρωμα να παίζουν μπάλα στην αμμουδιά,  καλλίγραμμα και ηλιοκαμένα κορμιά να λικνίζονται στις μουσικές και δακρύβρεχτες τηλενουβέλες στην τηλεόραση. Και τελευταία, μαζί με το ποδόσφαιρο το καρναβάλι και τον αισθησιασμό της, η φτώχεια και η βίαιη πραγματικότητα στις Φαβέλες της, αποτελούν ένα ακόμα μιντιακό της εμπόρευμα και μια τουριστική ατραξιόν. 

Όταν αποφάσισα, το 2008, να έρθω στο Ρίο ντε Τζανέιρο για να σκηνοθετήσω τις Βάκχες με το θίασο της ταινίας της «Πόλης του Θεού» τους “Nos do Morro”, σχεδόν όλοι μου έλεγαν ότι πάω να κάνω μια επικίνδυνη τρέλα. Η μόνη εικόνα που έχουμε για την ζωή στις Φαβέλες του Ρίο, είναι από τις ταινίες και τα αστυνομικά δελτία: παιδιά και έφηβοι οπλισμένοι να παίζουν κλέφτες και αστυνόμους με πραγματικά όπλα μεταξύ τους και με τη στρατιωτική αστυνομία, συμμορίες ναρκοεμπορων σε μάχες για ξεκαθαρίσματα και αδέσποτες σφαίρες που σκοτώνουν αθώους ως παράπλευρες απώλειες σε αυτό τον βίαιο εμφύλιο πόλεμο.

Αυτή είναι βέβαια μια πλευρά της πραγματικότητας. Μέσα αυτό το σύμπαν και παράλληλα με αυτό, υπάρχει ένας κόσμος από απλούς ανθρώπους που προσπαθεί να επιβιώσει, να μεγαλώσει τα παιδιά του, να ξεφύγει από την μιζέρια της πραγματικότητας που τον περιβάλλει, να πραγματώσει απλά όνειρα. Και μέσα σε αυτόν τον μικρόκοσμο, βρίσκεται μια μοναδική ευκαιρία να δοκιμάσεις τις δυνάμεις σου, τον χαρακτήρα σου, τις ικανότητες και την κλήση σου, τα όρια της θέλησης, τις αντοχές σου, την προσαρμοστικότητα και την δημιουργικότητα σου. 

unnamed7 unnamed8

Όταν ήρθα εδώ, με την ανάγκη για μια εμπειρία επανοηματοδότησης της ζωής μου και της πορείας μου στο θέατρο, είχα στο μυαλό μου, έναν αντικειμενικό στόχο που με στοίχειωνε για χρόνια, να ερευνήσω στην θεατρική πράξη την δημιουργία μιας μεθόδου, μιας γλώσσας υβριδικής για να αρθρώσω και να διδάξω τον σκηνικό λόγο της Ελληνικής τραγωδίας πέρα από τον τόπο και τη γλώσσα μας. Η βάση για την δημιουργία αυτή, ήταν για μένα η μουσική, το μέσο και το εργαλείο για να συνδεθώ και να εργαστώ με τους ηθοποιούς μου, με μια κοινή- παγκόσμια γλώσσα και να πειραματιστώ τη δύναμή της αρχαίας τραγωδίας σε έναν άλλον κόσμο, σε μιαν άλλη κουλτούρα και πραγματικότητα. 

Ο πρώτος, ο καλλιτεχνικός μου στόχος επιτεύχθηκε  εδώ με την ολοκλήρωση της μεθόδου MUSA (Musical system of Acting- Μουσικό Υποκριτικό Σύστημα) και την εφαρμογή της στις παραστάσεις μου και την διδασκαλία. Ομως ποτέ δεν φανταζόμουν τις προκλήσεις που θα συναντούσα στην πορεία μου, τις βαθιές αλλαγές που θα μου προκαλούσε σαν καλλιτέχνη και σαν άνθρωπο η ζωή μου εδώ, και το πως ο δεύτερος στόχος μου, αυτός της επανοηματοδότησης της ζωής, θα δοκίμαζε την επιλογή μου να συνεχίζω να εργάζομαι και να πορεύομαι στο θέατρο, όπως το ξέρουμε και το πράττουμε στην Ελλάδα.

Έχοντας πλέον συμπληρώσει 5 χρόνια ζωής στο Ρίο ντε Τζανέιρο κάνω έναν σύντομο απολογισμό, μια σούμα για μένα και τους φίλους που χαθήκαμε, για να προχωρήσω παρακάτω στην ουσία. 5 θεατρικές σκηνοθεσίες, ανάμεσα σε αυτές 3 τραγωδίες, μια ταινία ως πρωταγωνιστής στο ΗΒΟ, 4 χρόνια διδασκαλίας σε μια υπέροχη σχολή θεάτρου, πολύ acting coaching, και μερικές δεκάδες εργαστήρια και σεμινάρια σε διαφορετικές πόλεις και φεστιβάλ της Βραζιλίας. Συνεργάστηκα με ηθοποιούς από τον Αμαζόνιο, από την Αφρική, μέχρι Βραζιλιάνους δεύτερης και τρίτης γενιάς Γερμανών, Ρώσων και Πολωνών εβραίων, Ιαπωνέζων και Ιταλών, ακόμα και μερικών Ελλήνων μεταναστών παιδιά ήταν μαθητές μου… Πρέπει να ομολογήσω ότι το ανθρώπινο δυναμικό της Βραζιλίας είναι εξαιρετικό και εξαιτίας αυτής ακριβώς της μοναδικής ποικιλίας και μίξης είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Δεν είναι τυχαίο για παράδειγμα, ότι μόνο εδώ έχουν σχολή εκτός Ρωσίας τα μπαλέτα Bolshoi. Ούτε είναι τυχαία η συχνή παρουσία για εργασία και έρευνα σοβαρών καλλιτεχνών όπως η Arian Mnouchkine, ο Eugenio Barba και άλλων σημαντικών προσωπικοτήτων του θεάτρου. Θα προσπαθήσω λοιπόν στην συνέχεια, να σας κάνω μια μικρή ξενάγηση, μια βόλτα στις εμπειρίες και τις σκέψεις μου για τη ζωή με το θέατρο εδώ στον “τρίτο κόσμο” ή πολιτικώς ορθότερα, στον «αναπτυσσόμενο κόσμο». Ίσως βοηθήσει να θέσουμε και κάποια χρήσιμα ερωτήματα για την δική μας πραγματικότητα.

Όλοι όσοι εργαζόμαστε σε αυτόν τον χώρο, γνωρίζουμε το «Βάσανο» του Θεάτρου, την ακροβασία να είσαι παρών, να δημιουργείς και να εξελίσσεσαι, και ταυτόχρονα να βιοπορίζεσαι από το θέατρο στην Ελλάδα. Πίσω στο 2007-8, όταν ανέβασα τις δύο τελευταίες μου παραστάσεις στην Αθήνα, εργαζόμασταν σε έναν ασφυκτικό συνωστισμό και ανταγωνισμό 300+ παραστάσεων την σεζόν, σε ένα κυνήγι για χρηματοδότηση και ταμείο, και μια συνθήκη εξαντλητικής προσπάθειας να παράγεις συνεχώς με ταχύτητα, να προβάλλεσαι, χωρίς χρόνο ή χώρο για έρευνα, για ουσία, για πρόταση, για χρήσιμα λάθη.

Όσοι γνωρίζουμε την πραγματικότητα λίγο έξω απ’ την αυλή μας, ξέρουμε ότι πουθενά δεν είναι εύκολο ή απλό να ζεις από το θέατρο. Σε όποιο πόστο και εάν εργάζεσαι και σε όποια χώρα, οι δυσκολίες είναι δυσανάλογα μεγαλύτερες από τους περισσότερους γνωστούς τρόπους βιοπορισμού και καλλιτεχνίας.

Η ενασχόληση με θέατρο ήταν κάποτε ένα επάγγελμα, από το οποίο μπορούσες να ζεις με κάποια αξιοπρέπεια, σε πολλές χώρες του δυτικού κόσμου. Θυμάμαι, είκοσι χρόνια πριν, κατά την διάρκεια της διαμονής μου στο Παρίσι, άκουγα σε καθημερινή βάση στις παρέες των Γάλλων την ερώτηση «τι είδατε αυτήν την εβδομάδα στο θέατρο;». Το θέατρο στην μεσαία τάξη της Ευρώπης ήταν στην ατζέντα εξόδου της εβδομάδας. Για μερικές δεκαετίες αυτό συνέβη εν μέρει και στην Ελλάδα, η ακριβέστερα, στην Αθήνα.

unnamed7 unnamed6

 Όμως στην μεγαλύτερη μερίδα του λεγόμενου τρίτου κόσμου, το να «συχνάζεις» στα θέατρα, ήταν μια συνήθεια της υψηλής κοινωνικής ελίτ και αφορούσε μια συντριπτικά μικρή πλειοψηφία, αποτελούμενη συνήθως από τους ευρωπαϊκής καταγωγής απογόνους των αποίκων που στέκονται στην κορυφή της κοινωνικής και οικονομικής πυραμίδας σε αυτές τις χώρες, και που είναι σαφώς ταξικά διαβαθμισμένες, με εξαιρετικά λίγες πιθανότητες ταξικής κινητικότητας και ανέλιξης.

Αυτή είναι η πραγματικότητα και στην Λατινική Αμερική. Με εξαίρεση συγκεκριμένες 5-6 μεγάλες μητροπόλεις, και συγκεκριμένες συνοικίες της μεσαίας τάξης του Μπουένος Άιρες, του Μέξικο σίτυ, της Μπογκοτά, του Ρίο ντε τζανέιρο και του Σάο Πάολο τις τελευταίες δεκαετίες, και τις γενιές των μορφωμένων νέων της μετά-επαναστατικής Κούβας. Κατά τα άλλα, από το Μεξικό έως την γη του Πυρός το θέατρο δεν υπήρχε στο μενού της ψυχαγωγίας του λαού, έτσι όπως το γνωρίζουν οι Ευρωπαίοι.

Αναμφισβήτητα έγραψαν κάποιοι λατινοαμερικάνοι συγγραφείς μερικά διαμάντια, και πέρασαν πολλοί μεγάλοι ηθοποιοί και σκηνοθέτες από τις σκηνές τους με επιτυχία, και κάποιοι με μοναδική ερευνητική και επαναστατικά καλλιτεχνική δράση, άφησαν ιστορία, όπως ο Augusto Boal που είχα και την τύχη να γνωρίσω και να συζητήσουμε πριν μας αφήσει. Όμως πέρα από αυτές τις περιπτώσεις, ποτέ δεν υπήρξε μια «μεσαία τάξη», με κουλτούρα και οικονομική άνεση ώστε να αποτελέσει ένα πλατύ θεατρικό κοινό.

Αυτό βέβαια είχε και ως συνέπεια οι ίδιοι οι καλλιτέχνες και επαγγελματίες του χώρου, να ανήκουν σε μια μικρή και ακόμα πιο εκκεντρική «φυλή», οι περισσότεροι ήταν τα μαύρα πρόβατα των μεγαλο-αστικών οικογενειών, αυτοί οι λίγοι που δεν συνέχισαν την καριέρα του πατέρα η δεν ανέλαβαν την οικογενειακή επιχείρηση, αλλά διάλεξαν την ρήξη και την δική τους διαδρομή, ή παιδιά θεατρικών οικογενειών. 

Μου έλεγε ένας συνάδελφος σκηνοθέτης τις προάλλες πως 25 χρόνια πριν, όταν ξεκινούσε κι αυτός στο θέατρο, ούτε μπορούσε να διανοηθεί πως θα ερχόταν μια μέρα που θα μπορούσε να κάνει μόνο θέατρο και να ζει από αυτό. Για τους φτωχούς και τους ταπεινής καταγωγής, αυτό ήταν ουτοπικό σενάριο.

unnamed5 unnamed4

Για διάφορους λόγους, ιστορικής και κοινωνικής βάσης, που δεν γίνεται να αναλύσω σε αυτήν την επιστολή, η Βραζιλία ήταν πάντα κάπως απομονωμένη από τους ισπανόφωνους γείτονες της, και σε αντίθεση με τους υπόλοιπους λατινοαμερικάνους, είχε κρατήσει το βλέμμα στραμμένο προς την Ευρώπη και τον πλούσιο γείτονα στον Βορρά, τις ΗΠΑ. Γι αυτό και μια θεατρική αγορά που αναπτύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες, λόγω των αυξημένων καταναλωτικών δυνατοτήτων μιας μερίδας του αστικού πληθυσμού, στράφηκε προς την Λονδρέζικη και την Αμερικάνικη αγορά έργων και τάσεων franchise, μιούζικαλ απευθείας από το west end και το Broadway, κόπιες παραστάσεων των σταρ του Hollywood και κυρίως light θεάματα που μπορούν να προωθηθούν εύκολα στην νέα γενιά καταναλωτών που είναι στην πλειονότητα τους μανιώδης ιντερνετικοί και τηλεοπτικοί θεατές χωρίς ιδιαίτερη κρίση.

Αυτή είναι η πρώτη εικόνα του χώρου και λίγο πολύ γνωστή και οικεία και σε εμάς, που αφορά μερικές δεκάδες επιχειρηματιών και λίγες χιλιάδες καλλιτεχνών και τεχνικών που δουλεύουν κυρίως στην τηλεοπτική βιομηχανία και δευτερευόντως και στην θεατρική πιάτσα.

Στην Βραζιλία των 210 εκατομμυρίων ανθρώπων, απλωμένων σε μια αχανή και πολύμορφη έκταση όσο 80 Ελλάδες περίπου, ή 1,8 φορές η Ευρώπη, με τις τρομερές αποστάσεις και ανισότητες μεταξύ των πληθυσμών, υπάρχει η ανάγκη για ένα άλλο θέατρο, ένα θέατρο που χρειαζόμαστε όλο και περισσότερο και εμείς στην Ευρώπη. Το θέατρο πρέπει να φεύγει από τα κόκκινα χαλιά, όσο οι προκλήσεις της κοινωνίας και η ανάγκη για αλλαγές διογκώνονται. Το 2008, βρέθηκα να ζω και να εργάζομαι μέσα σε ένα πυρήνα 80 περίπου ηθοποιών, κάποιοι με χάρισμα και δυνατότητες πολλές, νέοι με όνειρα, γεννημένοι  και μεγαλωμένοι στην φτώχεια και στον αποκλεισμό μιας σκληρά ρατσιστικής κοινωνίας, όπου όσο πιο σκούρο είναι το δέρμα σου τόσο πιο ελεεινή η κατάσταση της ζωής σου, και τόσο πιο μαύρο  το μέλλον σου επίσης.

Οι ελάχιστες εξαιρέσεις στον κανόνα αυτό βρίσκονται στο ποδόσφαιρο, σε επίπεδο εθνικών σταρ και λίγες μετρημένες παρουσίες αφρο-βραζιλιάνων στην showbiz. Ανάμεσα στους ηθοποιούς μου στην φαβέλα, μετά βίας ο ένας στους δέκα ήταν λευκός. Και η ερώτηση που αναδύεται φυσικά, είναι τι μπορώ να κάνω με το θέατρο, πως μπορεί η τέχνη να επιδράσει και να ανατρέψει αυτήν την πραγματικότητα; Έχει αυτήν την δύναμη; Μπορεί να έχει αυτόν τον ρόλο σε μια βίαιη και ρατσιστική, θρησκόληπτη, επιφανειακή, ατομικιστική, και ισοπεδωτικά υλιστική κοινωνία, αυτό δηλαδή που είναι οι περισσότερες κοινωνίες μας στον 21ο αιώνα;

unnamed3Σωτήρης Καραμεσίνης

 Η λύση στο πρόβλημα του αποκλεισμού και του ρατσισμού, βρίσκεται στην ένωση, στην μίξη, στην επαφή από μικρή ηλικία με τον «άλλον» τον διαφορετικό, και φυσικά αυτό πρέπει να αρχίζει στο σχολείο. Το ζήτημα είναι από πού και πώς να μπεις σε αυτό το σύστημα αποκλεισμού και να αρχίσεις την δράση της αποδόμησης του; Είναι ένα σύστημα που ξέρει να φυλάσσεται καλά γιατί το κάνει αυτό αιώνες τώρα.

Η εργασία μου πάνω στην τραγωδία με τους ηθοποιούς της «Πόλης του Θεού», προκάλεσε αίσθηση και πολεμική στα θεατρικά πράγματα. Γιατί ένας Έλληνας σκηνοθέτης να έρθει ως εδώ, και να διαλέξει τους «φαβελάτους», «τους απαίδευτους» για να κάνει ένα θέατρο τόσο «εκλεκτικό» και «αστικής καταγωγής» όπως θεωρούν εδώ το αρχαίο δράμα; Ακόμα και από κάποιους συναδέλφους και μεγάλους “παράγοντες” στα θεατρικά πράγματα στην Ελλάδα, αργότερα, άκουσα σχόλια: «μα καλά τραγωδία στην φαβέλα με μαύρους;!» 

Ομως αυτή η επιλογή, μου δώρισε την ευκαιρία για μία νέα πρόκληση, να αναλάβω ένα καινούριο πρότζεκτ πολύ μεγαλύτερο σε κλίμακα και ορίζοντα και πολύ πιο δραστικό.

Ανάμεσα στις διάσημες παραλίες της Copacabana και της Ipanema, που βρίσκονται οι αντίστοιχες γειτονιές του τουριστικού και «λευκού» Ρίο ντε Τζανέιρο, σκαρφαλωμένες σε έναν λόφο, βρίσκονται οι Φαβέλες του Cantagalo και του Pavão-pavãozinho.

Από αυτές προέρχονται τα περισσότερα αλητάκια και διάσημα «κλεφτρόνια» που φοβούνται οι τουρίστες. Αυτά που περιφέρονται στους δρομους και στην παραλία πότε ζητώντας και πότε παίρνοντας με την βία αυτό που θέλουν, και άλλα που κάνουν φασαρία με τις φωνές και τις μουσικές τους και  παίζουν μπάλα στην άμμο, κρουστά και capoeira. Από εκεί πολλές ανήλικες μαμάδες, χτυπούν τα τακουνάκια τους στα πεζοδρόμια της παραλίας τις νύχτες, ψαρεύοντας τουρίστες για το νυχτοκάματο. Και συχνά πυκνά ακούμε στις ειδήσεις των 8.30, ότι εκεί σκοτώθηκε ο 15χρονος άοπλος σε επιχείρηση της αστυνομίας.

Προσκλήθηκα λοιπόν από μια μοναδική ΜΚΟ, που τα τελευταία 23 χρόνια έχει δημιουργήσει ένα υπέροχο σχολείο στους πρόποδες του λόφου, για τα παιδιά από τις φτωχότερες, τις χωρίς πατέρα, τις πιο βίαιες, τις χωρίς στήριξη οικογένειες, για να οργανώσω ένα πρόγραμμα θεάτρου, που θα φέρει και την τέχνη του θεάτρου πάνω στον λόφο. Δημιούργησα ένα πλάνο, βάζοντας το θέατρο στην εκπαίδευση ως υποχρεωτική δραστηριότητα σε εβδομαδιαία βάση από 4 ετών με θεατρικό παιχνίδι, έως και το τέλος του δημοτικού. Κατόπιν ως δραστηριότητα επιλογής, σε δύο θεατρικές ομάδες, μιά για το γυμνάσιο και μια για το λύκειο, ανοιχτές και σε εφήβους εκτός της φαβέλας, «από την άσφαλτο» όπως λέμε εδώ.  Σκεφτήκαμε ότι έτσι, με την οικειότητα της επαφής, τις φιλίες και τους έρωτες, την δημιουργία, το χτυποκάρδι της πρεμιέρας, τους καυγάδες και τις αγκαλιές που χαρίζει το θέατρο, θα βρίσκουν διέξοδο και λύση η οργή και οι προκαταλήψεις, και θα αρχίζει έγκαιρα η μίξη των δύο κόσμων.

Στο πρόγραμμα αυτό συμμετέχουν πάνω από 400 παιδιά και έφηβοι, και για το 2016 ετοιμαζόμαστε να φτιάξουμε μια πραγματική σχολή θεάτρου και θίασο για εφήβους και νέους. Ένα μεγάλο κλειστό γυμναστήριο του σχολείου, που το χρησιμοποιούσαν μόνο για σχολικές γιορτές μια στο τόσο, (όπως τόσα στην Ελλάδα), το μετέτρεψαν σε θέατρο 300 θέσεων, με εξαιρετικά μεγάλη και λειτουργική σκηνή, καμαρίνια, ηλεκτρολογείο κλπ, το πρώτο πραγματικό θέατρο λένε, μέσα σε φαβέλα στην Βραζιλία. Έχουμε παιδικές και εφηβικές παραστάσεις, από ομάδες που αναζητούμε και προσφέρονται να παρουσιάσουν μια παράσταση εθελοντικά για τα παιδιά μας. Από το 2015 θέλουμε να εγκαινιάσουμε ένα ετήσιο φεστιβάλ παιδικού- εφηβικού θεάτρου, και θα στεγάσουμε και ένα πρόγραμμα άσκησης και εκπαίδευσης στην μέθοδο εργασίας μας, την MUSA.

Σε όλο αυτό το πρότζεκτ, έχω συνεργάτες ολόκληρη την ομάδα μου, (Musa cia teatral) τους ηθοποιούς μου που έχουν σταθεί αυτά τα χρόνια δίπλα μου, όλοι τους πρώην μαθητές μου, που συνεχίζουμε την εκπαίδευση και την έρευνα μας μαζί, παράλληλα με τις παραστάσεις και την διδασκαλία. Και αυτό που καταφέρνουμε είναι να δημιουργήσουμε έναν πόλο κουλτούρας και συνάντησης σε ένα μέρος που βρίσκονταν ως εχθές μερικά μέτρα πίσω και πάνω από τα κεφάλια μας, αλλά τόσο μακριά από όλους, σχεδόν ενοχλητικά αόρατο.

 Να φτιάξουμε ένα πρότυπο και αξιοζήλευτο καλλιτεχνικό  σχολείο για τα παιδιά αυτών που βρίσκονται στην φυλακή και οικογενειών διαλυμένων από ναρκωτικά και τον σεξοτουρισμό του Ρίο, που θα το ζηλεύουν τα «κανονικά» σχολεία.

 Μέσα σε μια τέτοια συνθήκη, κάνουμε αυτό που εγώ ονομάζω Ολιστικό Θέατρο.

Ένα Θέατρο που δεν είναι μόνο μια καλλιτεχνική έκφραση, δεν καλλιεργεί και διασκεδάζει απλά, αλλά φανερώνεται στην τριπλή του διάσταση, δηλαδή και ως δράση που θεραπεύει βαθιές πληγές στην μονάδα και στο σύνολο, και ως ένωση που νοηματοδοτεί την καθημερινότητα και που πληρώνει τα υπαρξιακά κενά της μοναξιάς, της κενότητας, του ατομισμού. Αυτό το θέατρο γίνεται με δύο προϋποθέσεις, ξεχνώντας την ναρκισσιστική επικέντρωση στον εαυτό μας και την καριέρα μας, βρίσκοντας έναν σκοπό πολύ μεγαλύτερο έξω από το εγώ μας, και εργαζόμενοι σε ομάδες, με την πολυτέλεια του χρόνου απαραιτήτως, με συγκεκριμένους συνεργάτες, με δεσμούς και δέσμευση.  

unnamed1 unnamed

Αντίθετα από ότι συνηθίζουν να λένε κάποιοι αγαπητοί φίλοι καλλιτέχνες στις συνεντεύξεις τους και στις κουβέντες μέσα στον πεσιμισμό τους, η Τέχνη μπορεί να αλλάζει τις ζωές των ανθρώπων. Το Θέατρο έχει αυτήν τη δύναμη, όταν δεν εξαντλείται στην παρουσίαση μιας ακόμα παράστασης ανάμεσα στις χιλιάδες, αλλά αποτελεί μέρος της παιδείας.

Οταν υπάρχει σταθερά και συστηματικά στη ρουτίνα της καθημερινότητας, τότε αλλάζει δραματικά την ποιότητα της ζωής αυτών που συμμετέχουν και του άμεσου και έμμεσου περιβάλλοντος.

Η αλλαγή αυτή είναι βαθιά και αντανακλάται σε επίπεδο κοινότητας, ενός σχολείου, μιας γειτονιάς και μετά μιας πόλης, και απλώνεται και επηρεάζει και ανεβάζει τελικά σημαντικά το επίπεδο της κοινωνικής συνείδησης, συνοχής και ανοχής, ολόκληρης της κοινωνικής πραγματικότητας.

 

error: Content is protected !!