Η Ιωάννα Σταυροπούλου και η Δάφνη Μανούσου μας μιλούν για το Closer του Patrick Marber σε σκηνοθεσία Ιωσήφ Βαρδάκη στο θέατρο 104, όπου πρωταγωνιστούν, καθώς και για τη θεατρική ομάδα Square Theatre Company που έχουν δημιουργήσει μαζί με τους Αργύρη Θανάσουλα και Γιάννη Λασπιά.
Πώς προέκυψε η δημιουργία της ομάδας Square και ποιες δουλειές της έχουν παρουσιαστεί ως τώρα;
Ι.Σ.: Το 2008 ήταν που για πρώτη φορά συνεργαστήκαμε όλοι μαζί στην παράσταση “Βερολίνο 1989, ιστορίες μιας πόλης” του Δημήτρη Γκενεράλη σε σκηνοθεσία Άρη Τρουπάκη στο Απλό Θέατρο του Αντώνη Αντύπα. Κατόπιν κάναμε την παράσταση “1984” του Τζώρτζ Όργουελ στο Bios μαζί με τον Αλέξανδρο Βούλγαρη και τότε συνειδητοποιήσαμε ότι εμείς οι τέσσερις (Δάφνη Μανούσου, Αργύρης Θανάσουλας, Γιάννης Λασπιάς, Ιωάννα Σταυροπούλου) έχουμε κοινή καλλιτεχνική ματιά και αισθητική και θέλουμε τα ίδια ακριβώς πράγματα. Έτσι η δημιουργία μιας δικής μας ομάδας ήταν η αναπόφευκτη εξέλιξη της γνωριμίας μας αλλά και της φιλίας μας. Υπήρχε πολύ μεγάλος ενθουσιασμός! Η Square δημιουργήθηκε το 2011 και έκτοτε σχεδόν κάθε χρόνο ανεβάζουμε μια ή ακόμα και δυο παραστάσεις. Δουλειές μας περιλαμβάνουν το “LUV” στο Nixon σε σκηνοθεσία Αντώνη Σπίνουλα, το “Camille Claudel Mudness” στο Αγγέλων Βήμα που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Γιάννης Λασπιάς, τον “Θεό της Σφαγής” της Γιασμίνα Ρεζά στο Θέατρο 104, το “Άσκηση για Φόνο” στο Αγγέλων Βήμα σε σκηνοθεσία Δημήτρη Γιαμλόγλου, το θεατρικό αναλόγιο “Έγκλημα και τιμωρία” στο Αγγέλων Βήμα σε σκηνοθεσία Γιάννη Λασπιά και το Closer του Πάτρικ Μάρμπερ στο Θέατρο 104 σε σκηνοθεσία Ιωσήφ Βαρδάκη.
Γιατί διαλέξατε το Closer του Πάτρικ Μάρμπερ, ένα έργο ακριβοθώρητο και αρκετά δύσκολο στο θεατρικό του ανέβασμα για να το παρουσιάσετε στο θέατρο 104;
Ι.Σ.: Το Closer είναι ένα έργο που μας απασχολούσε πολλά χρόνια….O λόγος είναι ότι έχει μια απίστευτη αμεσότητα και έναν ρεαλισμό, που συχνά αγγίζει τα όρια του σκληρού κυνισμού, κάτι το οποίο μας ενδιέφερε πολύ σε υποκριτικό επίπεδο. Ο ρυθμός του έργου είναι γρήγορος, σχεδόν κινηματογραφικός, οι σκηνές, τα χρόνια και οι καταστάσεις εναλλάσσονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα κάτι που απαιτεί μεγάλη ετοιμότητα και συγκέντρωση από τον ηθοποιό. Είναι μια ωραία πρόκληση να παίζεις σε ένα τέτοιο έργο. Επίσης θεωρώ ότι οι ερωτικές σχέσεις, που πραγματεύεται το έργο δεν είναι ποτέ εκτός θέματος. Πάντοτε θα μας απασχολούν, θα μας απογειώνουν ή θα μας καταστρέφουν.
Δ.Μ.: Θεωρήσαμε πως είναι ενα έργο που ακόμα μιλάει στον κόσμο, όπως φυσικά μιλάει και σε εμάς, όποτε θα είχε νόημα ενα ανέβασμα απο τη Square.
Τί το διαφορετικό έχει να προτείνει το Closer υπό την σκηνοθεσία του Ιωσήφ Βαρδάκη, συγκριτικά με την περιβόητη ταινία;
Ι.Σ.: Δεν νομίζω ότι μπορεί να συγκριθεί με την ταινία, είναι τελείως διαφορετικό πράγμα το θέατρο. Ωστόσο μια μεγάλη διαφορά είναι ότι η σκηνοθεσία του Ιωσήφ Βαρδάκη είναι απόλυτα εστιασμένη πάνω στους ηθοποιούς. Το σκηνικό είναι άκρως αφαιρετικό, η μουσική του Λόλεκ ενυπάρχει διακριτικά σε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο και δεν υπάρχουν καθόλου σκηνικά αντικείμενα. Μόνο τα ρούχα και οι ερμηνείες βρίσκονται σε απόλυτα ρεαλιστική βάση. Όλο το βάρος και η προσοχή λοιπόν πέφτει πάνω στους ηθοποιούς, οι οποίοι βρίσκονται πάνω στη σκηνή απογυμνωμένοι από οποιοδήποτε θεατρικό εύρημα, ή βοήθημα. Αυτό είναι και η μεγάλη πρόκληση για εμάς. Η σκηνοθετική ματιά που έχει να προτείνει λοιπόν η συγκεκριμένη παράσταση βασίζεται πάνω στην απλότητα, και δεδομένου του ότι πολλές φορές less is more, θεωρώ ότι είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση και πρόταση. Επίσης και οι ρόλοι των αγοριών- του Αργύρη Θανάσουλα που υποδύεται τον γιατρο Λάρρυ και του Γιάννη Λασπιά που υποδύεται τον συγγραφέα και δημοσιογράφο Νταν- είναι πολύ διαφορετικοί απ’ αυτούς της ταινίας. Εδώ έχουμε ένα πιο εκρηκτικό και κωμικό θα έλεγα Λάρρυ και ένα πιο ευαίσθητο και γλυκό Νταν, σύμφωνα πάντα με τις σκηνοθετικής οδηγίες του Ιωσήφ.
Δ.Μ.: Από μόνο του είναι πολύ δύσκολο να συγκρίνεις την εμπειρία που σου δίνει μια θεατρική παράσταση σε σχέση με μια ταινία στον κινηματογράφο, ακόμα και αν πρόκειται για το ίδιο έργο. Θα μπορούσαμε να πούμε όμως πως η ματιά του Σήφη Βαρδάκη πάνω στο Closer έχει κάτι το κινηματογραφικό, αλλά δεν ταυτίζεται με την πορεία της ταινίας. Εξάλλου και σεναριακά η ίδια η ταινία έχει διαφορές από το θεατρικό κείμενο. Το τέλος του κινηματογραφικού έργου ας πούμε είναι διαφορετικό απ’ αυτό της ταινίας.
Πήρατε εύκολα τα δικαιώματα του έργου; Υπήρξαν κάποιοι όροι από τον συγγραφέα του έργου προκειμένου να σας τα παραχωρήσει;
Ι.Σ.: Τα δικαιώματα του έργου τα είχαμε ζητήσει για πρώτη φορά το 2012 αλλά δεν τα πήραμε. Στην Ελλάδα το έργο έχει ανέβει στο παρελθόν από τον Θωμά Μοσχόπουλο, τον Σταμάτη Φασουλή και από τον Γιώργο Κιμούλη, δηλαδή από μεγάλα ονόματα και σε εμπορικά θέατρα. Είναι μεγάλη ικανοποίηση για εμάς το γεγονός ότι ο Πάτρικ Μάρμπερ μας εμπιστεύτηκε τώρα να ανεβάσουμε το Closer. O μόνος όρος που έθεσε ο συγγραφέας είναι ότι απαγορεύει ρητά το γυμνό στην περιβόητη σκηνή του στριπτίζ που κάνει η Άλις, προφανώς λόγω του ότι πολλοί θίασοι ίσως εκμεταλλεύτηκαν αυτό για εμπορικούς λόγους κάνοντας όμως το έργο να φαίνεται “φτηνό” κάτι που προφανώς θέλει να αποφύγει ο συγγραφέας.
Τελικά η αναζήτηση της αγάπης και το κυνήγι της ευτυχίας μέσα από την αναζήτηση ερωτικού συντρόφου είναι ένα διαχρονικό θέμα και μάλιστα σε περίοδο οικονομικής κρίσης; Πόσο μπορεί να αφορά το θεατρικό κοινό της Αθήνας;
Ι.Σ.: Το γεγονός ότι ζούμε σε περίοδο οικονομικής κρίσης δεν σημαίνει ότι παύουμε να είμαστε άνθρωποι. Απεναντίας σε τέτοιες δύσκολες στιγμές που τα υλικά αγαθά καλούνται να παίξουν δευτερεύοντα ρόλο στη ζωή μας, είναι που θα στραφούμε με μεγαλύτερη ένταση και πάθος στις ουσιαστικές σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους. Έχουμε πιο πολλή ανάγκη από ποτέ να αγαπήσουμε, να αγαπηθούμε, να εξαρτηθούμε από κάποιον και να αναζητήσουμε την ευτυχία στη συντροφικότητα. Μια δυνατή σχέση μας δίνει δύναμη να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες της ζωής, επομένως πιστεύω ότι το κοινό θα μπορέσει να ταυτιστεί απόλυτα με το θέμα του έργου.
Δ.Μ.: Η αναζήτηση του ιδανικού συντρόφου και το κυνήγι της ευτυχίας είναι κάτι που θα μας αφορά πάντοτε ανεξαρτήτως κρίσεως. Μάλιστα θα έλεγα πως ίσως να μας αφορά ακόμα πιο πολύ τώρα που υπάρχει τόση μεγάλη αβεβαιότητα στη ζωή μας. Οι σταθερές μας είναι που μας κρατάνε στέρεους υπο δύσκολες συνθήκες.
Πόσο δύσκολο είναι για μια θεατρική ομάδα να επιβιώσει στη σύγχρονη ελληνική θεατρική πραγματικότητα;
Ι.Σ.: Είναι εξαιρετικά δύσκολο, ειδικά εάν δεν έχει έναν δικό της χώρο και δεν είναι επιχορηγούμενη. Χρειάζεται απίστευτη θέληση, πίστη και πείσμα για να παραμείνει μια ομάδα στο χώρο κάνοντας σταθερά βήματα. Εμείς αγαπάμε υπερβολικά πολύ αυτό που κάνουμε και δίνουμε την ψυχή μας σ’ αυτό. Μόνο έτσι επιβιώνεις. Υπάρχουν πολλές αντικειμενικές δυσκολίες που πρέπει να ξεπερνάμε συνέχεια. Και είμαστε λίγο σαν μια σχέση κι εμείς. Εκεί που πέφτει ο ένας τον σηκώνει ο άλλος, εκεί που πάει κάποιος να απογοητευτεί οι υπόλοιποι του ανεβάζουν το ηθικό. Είναι σαν αυτό που είπα παραπάνω, στις δύσκολες στιγμές χρειάζεσαι κάποιον να σου κρατήσει το χέρι και απλά να σου πει ότι όλα θα πάνε καλά.
Είσαστε ομάδα αρκετά χρόνια και έχετε παρουσιάσει πολλές, εμπορικά και καλλιτεχνικά , πετυχημένες παραστάσεις. Ποιο είναι τελικά το μυστικό για να μπορέσει να αντέξει μια θεατρική ομάδα στο χρόνο και να μην διαλυθεί, ή να μην πτοηθεί από τις δυσκολίες;
Ι.Σ.: Η κοινή μας καλλιτεχνική ματιά και αισθητική και το γεγονός ότι αλληλοστηριζόμαστε στις δύσκολες στιγμές. Μετά από 7 χρόνια γνωριμίας και συνεργασίας είμαστε πια κάτι παραπάνω από συνεργάτες και φίλοι, έχουμε γίνει πια οικογένεια. Οι δυσκολίες μας έχουν φέρει πολύ πιο κοντά και όχι μόνο δεν μας πτοούν, αλλά μας δυναμώνουν. Και είναι πραγματικά συγκινητικό να βλέπουμε ο ένας τον άλλον να εξελίσσεται μέσα στα πλαίσια της ομάδας, τόσο ατομικά, όσο και συνολικά, γιατί αυτό είναι που τελικά μας δίνει λόγο ύπαρξης.
Δ.Μ.:Mπορώ να απαντήσω μόνο για μας, και όσο τετρημένο και να ακουστεί, νομίζω πως αυτό που μας κρατάει μαζί τόσα χρόνια παρόλες τις όποιες δυσκολίες είναι η αγάπη που έχουμε ο ένας για τον άλλον, σε συνδυασμό με την αγάπη που έχουμε για το θέατρο. Και φυσικά το γεγονός οτι η αισθητική μας συμπίπτει σε πολύ μεγάλο βαθμό.
Αντιμετωπίσατε κάποια δυσκολία στην προσέγγιση του ρόλου σας και αν ναι ποιά ήταν αυτή;
Ι.Σ.: Συγκεκριμένα για το ρόλο της Άννας που υποδύομαι εγώ, αντιμετώπισα μια τεράστια πρόκληση. Να βιώνω πολύ έντονα συναισθήματα, όπως αυτό της θλίψης, της απογοήτευσης, του ενθουσιασμού, του έρωτα, της προδοσίας και να μην δείχνω σχεδόν τίποτα. Να τα νοιώθω όλα αυτά και να τα κρατάω μέσα μου. Σαν ένας γκρι συννεφιασμένος ουρανός που όμως δεν θα ξεσπάσει ποτέ σε καταιγίδα. Ο Ιωσήφ Βαρδάκης με βοήθησε πάρα πολύ να φτιάξω έναν χαρακτήρα εντελώς ξένο σε μένα. Στη ζωή είμαι πολύ πιο Μεσογειακή, θορυβώδης και εκφραστική από την Άννα. Το να μπω σε έναν ρόλο τόσο συγκρατημένο και με απόλυτη αυτοκυριαρχία των συναισθημάτων του, ενώ μέσα του γίνεται χαμός, ήταν φοβερά δύσκολο. Υπήρχε φάση στις πρόβες που δεν μπορούσα ούτε να ακούω τη φωνή μου. Δεν με αναγνώριζα, δεν με άντεχα καθόλου, μιλούσα σιγά για να μην με ακούω. Με ζόρισε πάρα πολύ όλη αυτή η εσωτερικότητα, η υπόγεια κατάθλιψη και η εγκράτεια που έπρεπε να βάλω στο ρόλο. Κι ακόμα συνεχώς ανακαλύπτω καινούργια πράγματα κατά τη διάρκεια των παραστάσεων. Μπορώ να πω ότι τώρα έχω αρχίσει σιγά-σιγά να αφήνομαι και να δικαιολογώ όλο και πιο πολύ την Άννα και τις επιλογές της.
Δ.Μ.: Η Άλις είναι ο ένας αινιγματικός χαρακτήρας που χρειάστηκε αρκετός χρόνος να την καταλάβω και να βρω τα κουμπιά της. Στην αρχή του έργου είναι ενα κορίτσι με απόλυτη άγνοια κινδύνου, κατι που δεν είναι τόσο κόντά σε μένα. Με την καθοδήγηση του Σήφη Βαρδάκη κατάφερα να την συναντήσω, όπως και μέσα από την δουλειά που έκανα με τα παιδιά στις πρόβες. Επίσης με βοήθησε πολύ το homework που μου είχε ανατεθεί απο το σκηνοθέτη να κάνω, πάνω στην Τερέζα, από την “Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι”, η οποία σε πολλα σημεία θύμιζει την Αλις του Closer. Αλλά και η σκηνή του στριπτίζ ήταν μεγάλη πρόκληση, που με τη βοήθεια της Όλγας Σπυράκη και του Βασίλη Σκαρμούτσου, κατάφερα να λυθώ και να μη νιώθω άβολα με την έκθεση.
Το έργο χρησιμοποιεί πολύ σκληρή γλώσσα. Από κάποιους αυτό θεωρείται προκλητικό. Ποια είναι η δική σας θέση;
Ι.Σ.: Πράγματι το έργο χρησιμοποιεί μια πολύ σκληρή γλώσσα για να μιλήσει όμως για πολύ τρυφερά πράγματα. Δεν το κάνει για να προκαλέσει. Το κάνει για να μην γίνει μελοδραματικό και γλυκανάλατο. Έτσι πιστεύω. Ίσως κάποιες στιγμές να γίνεται υπερβολικά κυνικό, αλλά έτσι δεν είναι και η ίδια η ζωή; Και οι σχέσεις; Δεν είμαστε συνέχεια μόνο αγάπες και λουλούδια…συχνά γινόμαστε κακοί, σκληροί και περνάμε από άγριες καταστάσεις για να εξελιχτούμε και να έρθουμε πιο κοντά, άλλες φορές με επιτυχία και άλλες όχι. Επομένως βρίσκω απόλυτα ρεαλιστικό το λόγο του Closer, και κακώς κάποιοι πιστεύουν ότι ο συγγραφέας θέλει να σοκάρει. Θέλει απλά να μιλήσει ειλικρινά, κι αυτό δεν είναι πάντα κομψό και εύπεπτο. Είναι όμως αληθινό.
Δ.Μ.: Το έργο διαπραγματεύεται μεταξύ άλλων τις ανθρώπινες σχέσεις και κυρίως τις ερωτικές σχέσεις, οι οποίες δεν είναι πάντα ρόζ. Το Closer πιστεύω πως είναι ενα ρεαλιστικό έργο πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις και όχι ενα προκλητικό έργο και σίγουρα όχι ενα αποστειρωμένο έργο. Οι χωρισμοί μεταξύ δυο ανθρώπων δεν είναι πάντα μια comme il faut διαδικασία.
Είστε μια ομάδα που κατά βάση σε κάθε παράστασή σας δουλεύετε με διαφορετικό σκηνοθέτη. Σε τί θεωρείτε πως σας βοηθάει αυτό και σε τί σας δυσκολεύει;
Δ.Μ.: Μας βοηθάει να είμαστε σε εγρήγορση και να προσαρμοζόμαστε κάθε φορά. Σίγουρα παίρνει κάποιο χρόνο να βρεις κοινούς κώδικες με τον άλλον και να αρχίσεις να συνεννοείσαι, αλλά από τη στιγμή που αρχίζει να συμβαίνει αυτό τότε έχει μια γοητεία η καινούρια συνεργασία, γιατί κάθε φορά παίρνεις και διαφορετικά πράγματα απο τον άλλον. Η μόνη φορά που ήταν διαφορετική ήταν πέρυσι που κάναμε το “Καμιλ Κλοντέλ-Mudness”, το οποίο είχε γράψει και σκηνοθετήσει ο Γιάννης Λασπιάς που είναι μέλος της Square, oπότε αυτομάτως οι κώδικες ήταν κοινοί, απο την πρώτη πρόβα κιόλας.
To CLOSER παρουσιάζεται κάθε Παρασκευή , Σάββατο και Κυριακή στις 21.15 στο θέατρο 104, Ευμολπιδών 41, Γκάζι, Αθήνα (μετρό Κεραμεικός) ΤΗΛ. 210 34.55.020.
Περισσότερες πληροφορίες για τη Square στο:
www.squaretheatrecompany.com